

Η ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΕΓΔΟΒΙΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΥΣΙΑ ΓΕΦΥΡΙΟΥ ΣΤΟ ΜΕΓΔΟΒΑ ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ
ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΟΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΕΧΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΧΡΟΝΟ…
Η τιμωρία κράτησε 60 χρόνια!
Γράφει ο Ηλίας Γ. Προβόπουλος
Όπως έδειχναν τα πράγματα, το όνειρο των κατοίκων των χωριών της λεκάνης του μέσου Μέγδοβα για την κατασκευή του περίφημου Παραμεγδόβιου δρόμου πήγαινε να σβήσει, γιατί από πλευράς των περιφερειών Κεντρικής Ελλάδας και Θεσσαλίας που είναι αρμόδιες για τέτοια διαπεριφερειακά έργα, μέχρι σήμερα δεν είχε σημειωθεί καμιά δραστηριότητα…
Χτες όμως από πλευράς Νομαρχίας Ευρυτανίας και δια στόματος του Νομάρχη Κώστα Κοντογεώργου ανακοινώθηκε ότι υπεγράφη από τον Υφυπουργό Οικονομικών Θανάση Μπούρα η χρηματοδότηση μελέτης ύψους 500.000 ευρώ, που αφορά την ολοκλήρωση της μελέτης του Παραμεγδόβιου οδικού άξονα και συγκεκριμένα του τμήματος από Μαυρομάτα μέχρι Νεράιδα Καρδίτσας.
Το ευχάριστο όμως γεγονός όμως δεν έρχεται να μειώσει τη ζημιά που έχει σωρευτεί όλα τα προηγούμενα χρόνια καθώς ο συγκεντρωτισμός που επέβαλλε το Καρπενήσι ακυρώνει διαρκώς τις ελπίδες της περιοχής για την επικοινωνία μεταξύ των ιστορικών κοινοτήτων της και την ανάπτυξη όλης της λεκάνης του Μέγδοβα, τόσο στην Ευρυτανία, όσο και στην Καρδίτσα.
Το κυριότερο είναι όμως ότι αυτή η αντίληψη θεμελιώνονταν και στη μετεμφυλιακή θεώρηση των πραγμάτων που ήθελε ανταμοιβή για τα καλά παιδιά, τους νομιμόφρονες και λησμονιά για όσους έκαναν το ολίσθημα να συμμετάσχουν σε οποιεσδήποτε ανταρσίες. Το λέω αυτό για να προλάβω κάποιους που θα θελήσουν να πουν, πως ο λόγος μου είναι παρωχημένος. Αντιθέτως, το προτάσσω για να θεμελιώσω την άποψη πως ο εμφύλιος μεταξύ του συγκεντρωτικού Καρπενησίου που καταδυνάστευσε και διέλυσε τελικά όλες τις ανθηρές κοινότητες της Ευρυτανίας (Κερασοχώρι, Φραγκίστες, Χρύσω, Φουρνάς, Κρίκελο κλπ) είχε ξεκινήσει από την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα και εντεύθεν.
Βασικός μοχλός για τη διάλυση της ευρυτανικής ενδοχώρας υπήρξε η απαξίωση του οράματος του Χαριλάου Τρικούπη ο οποίος ήταν και ο πρώτος έλληνας πρωθυπουργός ο οποίος είδε, πριν από τρεις αιώνες τη σημασία που είχε ο Παραμεγδόβιος δρόμος ο οποίος θα ένωνε το Ιόνιο Πέλαγος με τη Θεσσαλία και κατά συνέπεια τα Βαλκάνια και την Ανατολή. Θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε «Εγνατία» της Κεντρικής Ελλάδας και πιστεύω πως αν η χώρα δεν έμπαινε στις εθνικές περιπέτειες και τους πολέμους των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα θα είχε γίνει ο δρόμος και η κατάσταση στην περιοχή να ήταν εντελώς διαφορετική.
Έμεινε στα χαρτιά τότε ο δρόμος αλλά οι κάτοικοι των περιοχών που θα περνούσε ποτέ δεν τον ξέχασαν. Στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 40, στις αλογόστρατες, τα μονοπάτια των Αγράφων και στα γεφύρια του Μέγδοβα ενώ κατά την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης γράφτηκαν λαμπρές σελίδες ηρωϊσμού και πατριωτισμού, στη διάρκεια του Εμφυλίου, γέμισαν αίμα πολύ, αβάσταχτο πόνο και οδυνηρό κατατρεγμό. Ο λόγος, επειδή ακριβώς αποτελούσαν το κύριο δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ της Αιτωλίας και της Θεσσαλίας. Της Αιτωλίας που λαχταρούσε για ένα σπυρί καλαμπόκι να χορτάσει και της Θεσσαλίας που ο κόσμος της, βοήθησε όσο μπορούσε τους δοκιμαζόμενους ορεινούς και τους γλύτωσε από την πείνα.
Το δυστύχημα ήταν όμως η εμπλοκή της περιοχής στον Εμφύλιο. Από τους κατοίκους των χωριών του Μέγδοβα άλλοι βγήκαν στο κλαρί με τη θέλησή τους, άλλοι από ανάγκη και ορισμένοι δια της βίας. Όλη η περιοχή από τα Άγραφα μέχρι την Καρδίτσα σχεδόν έγινε το θέατρο αιματηρών επιχειρήσεων μεταξύ του Στρατού και του ομάδων των ανταρτών που συγκροτούσαν το Αρχηγείο Αγράφων και δεν ησύχασε παρά το φθινόπωρο του 1949. Τότε ήταν που γύρισαν στα χωριά τους οι οικογένειες των λεγόμενων ανταρτόπληκτων που μεταφέρθηκαν στις πόλεις και στον κάμπο για να μην υποστηρίζουν τους αντάρτες.
Ανάμεσα στα ερείπια που βρήκε ο κόσμος αυτός σαν γύρισε στα χωριά του να αρχίσει μια καινούργια ζωή ήταν και το Μέγα Γεφύρι στο Μέγδοβα, κάτω ακριβώς από τη Σπινάσα (σημερινή Νεράϊδα δήμου Ιτάμου) που αποτελούσε το βασικό και πλέον απαραίτητο στοιχείο της επικοινωνίας μεταξύ Αιτωλίας και Θεσσαλίας. Το γεφύρι ως γνωστόν ανατινάχθηκε με εντολή του ευρυτανικής μάλιστα καταγωγής, στρατηγού Παυσανία Κατσώτα, στα τέλη του Ιουνίου 1949, περίοδο που οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού εναντίον των ανταρτών είχαν τελειώσει ακόμα και στο Γράμμο και το Βίτσι. Δηλαδή δεν υπήρχε κανένας λόγος να καταστραφεί αυτό το σπουδαίο αρχιτεκτόνημα, το τόσο απαραίτητο για την ζωή της περιοχής, αλλά τι να περίμενε κανείς από τους αλαζόνες «νικητές» του Εμφυλίου;
Αν λάβουμε υπ’ όψιν πως κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, πολλοί από την Ευρυτανία είχαν ισχυρές θέσεις και θα μπορούσαν να επηρεάσουν την πολιτική αποκατάστασης, ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος ο Κατσώτας, ώστε να κατασκευαστεί ένα καινούργιο γεφύρι, αλλά δεν έκαναν τίποτα. Αντιθέτως μάλιστα επί εποχής παντοδυναμίας του Χρυσόστομου Καραπιπέρη, όλο το τμήμα της δεξιάς όχθης όπως κατεβαίνει ο Μέγδοβας και ο χώρος της άνω λεκάνης απορροής του αποκόπηκαν και δόθηκαν στο νομό Καρδίτσας. Κι αργότερα πάλι, στα μετά το ’74 χρόνια, αλλοίμονο αν δεν υπήρχαν πολιτικοί που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα πράγματα και να γίνει αυτός ο δρόμος. Τίποτα όμως, ούτε με τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ έγινε τίποτα, ούτε με αυτές της ΝΔ που ακολούθησαν.
Το γεγονός ασφαλώς και ερμηνεύεται ως υποδειγματική τιμωρία των κατοίκων για την εμπλοκή τους στον Εμφύλιο και οι συνέπειες φάνηκαν από νωρίς, αλλά ποιανού θα ίδρωνε το αυτί για πέντε – δέκα οικογένειες στη Μαυρομάτα ή άλλες τόσες στη Σπινάσα ή το Καροπλέσι που καταδικάστηκαν σε απομόνωση και υποχρεώθηκαν σε αφανισμό; Κύριο εργαλείο πίεσης αυτών των πληθυσμών ήταν η απουσία του γεφυριού που ένωνε ιστορικά, κοινωνικά και οικονομικά τις δυο όχθες του Μέγδοβα και δυστυχώς για το Καρπενήσι, τους έδινε διέξοδο στην Καρδίτσα και τον κάμπο. Ασφαλώς λοιπόν και δεν συνέφερε το Καρπενήσι να ξαναγίνει το γεφύρι και να χάνει έσοδα, έστω και από ελάχιστες φτωχές οικογένειες της περιοχής.
Οι καιροί πέρασαν, η ζωή άλλαξε ακόμα και στη λεκάνη του Μέγδοβα και η αποκατάσταση της παραδοσιακής επικοινωνίας ανάμεσα σε Αιτωλία και Θεσσαλία είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Το δίκαιο αίτημα των κατοίκων της περιοχής έρχεται να ενισχύσει το διαρκώς αυξανόμενο τουριστικό ρεύμα τόσο στο Καρπενήσι όσο και στη λίμνη Πλαστήρα το οποίο ζητά ένα δρόμο για να ενωθούν οι δυο περιοχές.
ΕΠΑΝΩ