
Γράφει ο Ηλίας Προβόπουλος, δημοσιογράφος, αρθρογράφος
Πλημμύρισαν οι οθόνες αυτές τις μέρες με ψησταριές και αρνιά στη σούβλα.
Τραπέζια σε αυλές, μπαλκόνια και σαλόνια — μια εικόνα σχεδόν καθολικής αφθονίας. Εκείνο όμως που έμενε στο μάτι δεν ήταν το τραπέζι, αλλά η βεβαιότητα που υπονοούσαν οι φωτογραφίες: ότι όλοι, λίγο-πολύ, «ξέρουμε από αυτά». Σαν να μεγαλώσαμε βοσκώντας κοπάδια σε ραχούλες, σαν να υπήρξε ποτέ μια τόσο άμεση σχέση με το ζώο, τη γη και τον κόπο και την κατάληξή του στην σούβλα.
Η εικόνα αυτή δεν έμεινε ασχολίαστη. Για κάποιους, ήταν μια πανεθνική απάντηση στα όσα ακούμε για την ελληνική κτηνοτροφία: επιδοτούμενα κοπάδια χωρίς πραγματική βάση, βοσκοτόπια σε αμμουδιές, σε πάρκα πόλεων, ακόμη και σε… μπαλκόνια επιτήδειων που τα ονόματά τους υπάρχουν στις λίστες του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Και φαίνεται σε δύο αποκαλυπτικές φωτογραφίες που ανέβασε ο καλός φίλος Δημήτρης Γιώτης από το Μαυρομάτι Καρδίτσας, στα ριζά των θεσσαλικών Αγράφων: ένα παρατημένο μαντρί, πνιγμένο στα χόρτα. Ξύλα που σαπίζουν, πρόχειρα δεσίματα που έχουν χαλαρώσει, μια κατασκευή που κάποτε είχε λόγο ύπαρξης και τώρα στέκει χωρίς μνήμη.
Πριν από λίγα χρόνια, το μαντρί αυτό θα ήταν γεμάτο ζώα. Κάπου εκεί θα υπήρχε κι ένας σκύλος να τα φυλάει και η καλύβα να ξεκουράζεται και να κοιμάται ο τσοπάνης που περνούσε ώρες ολόκληρες δίπλα τους — όχι ως επάγγελμα μόνο, αλλά ως τρόπος ζωής που επέβαλλε η επιβίωση και η εμπειρία που διέθετε.
Μαντριά σαν αυτό υπήρχαν πολλά. Μέσα και γύρω από τα χωριά σε όλη την Ελλάδα. Σχεδόν κάθε οικογένεια είχε το δικό της. Ήταν τα μικρά κύτταρα μιας οικονομίας που δεν μετρούσε τα πάντα σε χρήμα, αλλά σε επάρκεια: γάλα και τυρί για όλο τον χρόνο, μαλλί για τα υφαντά, λίγα χρήματα την περίοδο του Πάσχα για τις έκτακτες ανάγκες και τις μικρές πολυτέλειες.
Τα κέρδη, με σύγχρονους όρους, ήταν σχεδόν αόρατα. Αλλά η αυτάρκεια ήταν πραγματική. Και μαζί της υπήρχε κάτι που σήμερα λείπει: η διαρκής παρουσία. Το ζώο δεν ήταν προϊόν αλλά ευθύνη. Αυτή η μορφή κτηνοτροφίας δεν απαιτούσε μετακινήσεις ούτε μεγάλες επενδύσεις. Απαιτούσε μόνο χρόνο, φροντίδα και ανθρώπους πρόθυμους να μείνουν. Και αυτοί ακριβώς έλειψαν πρώτοι.
Τα τελευταία χρόνια, η πραγματικότητα αυτή υποχώρησε — ακόμη και σε περιοχές που κάποτε φημίζονταν για τα κοπάδια τους και τον πλούτο που απέφεραν. Οι αλλαγές στην κοινωνία και οι νέες καταναλωτικές συνήθειες επέβαλαν άλλα πρότυπα διατροφής. Μαζί τους χάθηκε και η μικρή, οικογενειακή κτηνοτροφία, αυτή που δεν φαινόταν στους αριθμούς αλλά κρατούσε ζωντανή την ύπαιθρο.
Έτσι, η ελληνική ύπαιθρος γέμισε άδεια μαντριά. Τόσα πολλά, που συχνά δεν θυμάται κανείς σε ποιον ανήκαν. Ούτε ποια οικογένεια έζησε εκεί, ούτε ποιο κοπάδι στάθηκε κάποτε στο ίδιο σημείο. Και μαζί με αυτά, χάνεται και η μνήμη του τι σήμαινε πραγματικά δύναμη στην ύπαιθρο.
Γιατί η δύναμη αυτή δεν ήταν οι σούβλες ούτε οι εικόνες της μιας μέρας. Ήταν η καθημερινότητα — αυτή που τώρα στέκει σιωπηλή, μέσα σε κάτι ξύλα που λιώνουν από τον καιρό και πνίγονται από τα αγριοχόρταρα.
Ξύλα από το παλιό μαντρί στα ριζά των Αγράφων που λιώνουν στον χρόνο. Τέτοια είναι πλέον γεμάτη η Ελλάδα και θυμίζουν μια άλλη εποχή…
