Γράφει η Στεφανία Κοκοτίνη
Κάποτε συνηθίζαμε να κοιτάμε προς τη Δύση για παραδείγματα. Σήμερα ίσως χρειάζεται να στρέψουμε το βλέμμα λίγο βορειότερα. Στην Αλβανία. Όχι γιατί έγινε ξαφνικά υπόδειγμα κράτους. Αλλά γιατί ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας της θύμισε κάτι που εμείς μοιάζουμε να έχουμε ξεχάσει: ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πωλούνται.
Όταν ανακοινώθηκαν σχέδια για τουριστικές επενδύσεις τεράστιας κλίμακας σε παραθαλάσσιες και περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές, χιλιάδες πολίτες αντέδρασαν. Όχι επειδή είναι εναντίον της ανάπτυξης. Ούτε επειδή φοβούνται τις επενδύσεις. Αντέδρασαν γιατί έθεσαν ένα απλό ερώτημα: ποιος αποφασίζει για τη γη, τις ακτές και το μέλλον μιας χώρας; Και κυρίως, ποιος ωφελείται;
Το σύνθημα «Η Αλβανία δεν πωλείται» δεν ήταν μια έκρηξη εθνικισμού. Ήταν μια κραυγή κυριαρχίας. Μια υπενθύμιση ότι η οικονομία δεν μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από την κοινωνία και ότι η ανάπτυξη δεν έχει αξία όταν μετατρέπει τους πολίτες σε θεατές μέσα στον ίδιο τους τον τόπο.
Και τότε αναπόφευκτα έρχεται η σύγκριση με την Ελλάδα.
Μια χώρα που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έζησε την εμπειρία των μνημονίων, των ιδιωτικοποιήσεων και της εκποίησης σημαντικών περιουσιακών στοιχείων. Αεροδρόμια, λιμάνια, ενεργειακές υποδομές, εκτάσεις, δημόσια ακίνητα. Κάθε φορά το επιχείρημα ήταν το ίδιο. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να έρθουν επενδύσεις. Πρέπει να κινηθεί η οικονομία.
Όμως κάποια ερωτήματα παραμένουν πεισματικά. Πόσος τόπος μπορεί να αλλάξει χέρια χωρίς να αλλάξει χαρακτήρα; Πόσες παραλίες, πόσα βουνά, πόσες γειτονιές μπορούν να μετατραπούν σε εμπορεύσιμα προϊόντα πριν πάψουν να αποτελούν κοινό αγαθό; Και τελικά, ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην αξιοποίηση και στην εκχώρηση; Υπάρχει σαφής γραμμή ή την ανακαλύπτουμε μόνο όταν έχει ήδη ξεπεραστεί;
Και όμως, ενώ οι αριθμοί μπορεί να βελτιώθηκαν σε ορισμένους δείκτες, οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα. Τα σπίτια γίνονται απρόσιτα. Οι νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία. Ολόκληρες γειτονιές αλλάζουν χαρακτήρα. Η γη μετατρέπεται σε προϊόν και ο τόπος σε επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν χρειαζόμαστε επενδύσεις. Τις χρειαζόμαστε. Το ερώτημα είναι αν υπάρχουν όρια. Αν υπάρχουν αγαθά που πρέπει να υπηρετούν πρώτα την κοινωνία και μετά την αγορά. Αν η ανάπτυξη θα μετριέται μόνο σε ευρώ ή και σε ποιότητα ζωής.
Οι Αλβανοί δεν έδωσαν όλες τις απαντήσεις. Έδωσαν όμως ένα μάθημα. Ότι οι κοινωνίες οφείλουν να συζητούν, να διεκδικούν και να υπερασπίζονται όσα θεωρούν πολύτιμα. Γιατί όταν ένας λαός σταματήσει να ρωτά «σε ποιον ανήκει ο τόπος μου;», αργά ή γρήγορα θα ανακαλύψει ότι η απάντηση δεν τον περιλαμβάνει. Και τότε το πραγματικό πρόβλημα δεν θα είναι τι πουλήθηκε, αλλά το πότε σταματήσαμε να αναρωτιόμαστε αν έπρεπε να πουληθεί.
