Η είδηση του θανάσιμου ξυλοδαρμού ενός 17χρονου από έναν 16χρονο στις Σέρρες πάγωσε το πανελλήνιο. Όμως, καθώς το κουβάρι της υπόθεσης ξετυλίγεται, η παγωμάρα μετατρέπεται σε οργή. Η παρέμβαση του εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, Λεωνίδα Νικολόπουλου, για τη διενέργεια κατεπείγουσας προκαταρκτικής εξέτασης, δεν αφορά μόνο τον δράστη, αλλά κυρίως τις εγκληματικές παραλείψεις των αρμόδιων φορέων.
Το κεντρικό ερώτημα που πλανάται είναι αμείλικτο: Γιατί κανείς δεν άκουσε το «Χαμόγελο του Παιδιού»;
Ο Οργανισμός, με μια αποκαλυπτική ανακοίνωση, περιγράφει πώς ο δράστης «γεννήθηκε» μέσα από την κρατική αδιαφορία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από «Το Χαμόγελο του Παιδιού»:
«Στις 23 Σεπτεμβρίου 2022, η Εθνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056 έλαβε αναφορά για δύο παιδιά, βάσει της οποίας ζούσαν σε άθλιες συνθήκες, ουσιαστικά μόνα, καθώς ο πατέρας εξέτιε ποινή φυλάκισης και η μητέρα ήταν χρήστης ουσιών. Τα παιδιά χρειάζονταν άμεσα βοήθεια».
Παρά το γεγονός ότι η αναφορά διαβιβάστηκε αυθημερόν με την ένδειξη «ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ», το σύστημα προστασίας ανηλίκων αποδείχθηκε ανύπαρκτο.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ο 16χρονος κατηγορούμενος δεν ήταν ένας «άγνωστος» στις αρχές. Ήταν ένα παιδί-θύμα που εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Οργανισμού:
«Σήμερα, 3 και πλέον χρόνια από την κατεπείγουσα αναφορά… έρχεται στο φως ότι: τα παιδιά παρέμειναν στο ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον, το μικρότερο παιδί εμφάνισε παραβατική συμπεριφορά τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ οι συνθήκες διαβίωσης παρέμειναν άθλιες».
Είναι σαφές ότι η μετάβαση από το παιδί-θύμα στον έφηβο-θύτη δεν έγινε σε μια νύχτα. Έγινε κάτω από το βλέμμα υπηρεσιών που αρχειοθέτησαν μια «κατεπείγουσα» έκκληση για βοήθεια, αφήνοντας έναν ανήλικο να μεγαλώνει χωρίς γονική φροντίδα, σε περιβάλλον ουσιοεξάρτησης και εγκληματικότητας.
Η εισαγγελική έρευνα στρέφεται πλέον στο αδίκημα της παράβασης καθήκοντος. Πρέπει να απαντηθεί ποιοι κοινωνικοί λειτουργοί, ποιοι δήμοι ή ποιες δικαστικές αρχές έλαβαν το έγγραφο και δεν έπραξαν τα δέοντα.
Την ίδια στιγμή, αναδεικνύεται μια παθογένεια του συστήματος που το «Χαμόγελο του Παιδιού» επισημαίνει με νόημα:
«Σημειώνεται ότι μετά την αποστολή κάθε αναφοράς… ο Οργανισμός δεν ενημερώνεται –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– για την έκβαση της εκάστοτε υπόθεσης».
Με απλά λόγια, το κράτος δέχεται τις πληροφορίες από την κοινωνία των πολιτών, αλλά στη συνέχεια «στεγανοποιεί» τις διαδικασίες, συχνά για να καλύψει την ίδια του την αδράνεια.
Η απώλεια του 17χρονου στις Σέρρες είναι μια ανείπωτη τραγωδία που ενδεχομένως είχε αποφευχθεί, αν η λέξη «πρόνοια» δεν ήταν κενό γράμμα. Αν το 2022 κάποιος είχε απομακρύνει τον 13χρονο τότε δράστη από το «τοξικό» του περιβάλλον, σήμερα δύο οικογένειες δεν θα θρηνούσαν: η μία έναν νεκρό και η άλλη ένα παιδί στη φυλακή.
Η δικαιοσύνη οφείλει πλέον να αναζητήσει τις ευθύνες όχι μόνο στα χέρια που χτύπησαν, αλλά και στα χέρια που υπέγραψαν την εγκατάλειψη αυτών των παιδιών πριν από τρία χρόνια.
Ερχόμαστε στην πικρή πραγματικότητα της χώρας μας, που δεν είναι καθόλου άγνωστη και στην Ευρυτανία. Ποιες ευθύνες θα αναλάβουν και ποιες συνέπειες θα υποστούν οι κοινωνικοί λειτουργοί που επικαλούνται την έλλειψη προσωπικού για να ξεπετάξουν μια υπόθεση και να στείλουν παιδιά στα ιδρύματα, ενώ υπάρχουν λύσεις συγγενικών προσώπων, όπως και στις Σέρρες, ώστε να απομακρυνθούν παιδιά από ακατάλληλα οικογενειακά περιβάλλοντα και να είναι ασφαλή χωρίς να χάσουν τους φίλους τους και το σχολείο τους. Φυσικά και είναι υποστελεχωμένες οι υπηρεσίες πρόνοιας όπως όλες οι υπηρεσίες δημοσίου. Είναι όμως αυτή η συνθήκη πάνω από την ανθρώπινη ζωή, και μάλιστα τη ζωή ενός παιδιού; Κοιμούνται ήσυχα τα βράδια υπάλληλοι και εισαγγελείς που κωλυσιεργούν ή απλώς κάνουν τη δουλειά τους χωρίς παραπάνω νοιάξιμο για αυτά τα παιδιά;
