Site icon evrytanikospalmos.gr

Τα «ντάλικα» των Τοπόλιανων

Χωρατά και πειράγματα από τα βουνά των Αγράφων

Στα Άγραφα, εκεί όπου τα χωριά στέκουν ακόμη πεισματικά πάνω στις πλαγιές και οι άνθρωποι έμαθαν να παλεύουν με τις δυσκολίες της ζωής με αξιοπρέπεια και χιούμορ, γεννήθηκε μια ιδιαίτερη λαϊκή παράδοση: τα περίφημα «ντάλικα» των Τοπολιάνων. Πρόκειται για χωρατά, πειράγματα και καλοστημένες φάρσες που πέρασαν από γενιά σε γενιά και έγιναν σήμα κατατεθέν του μικρού χωριού των Αγράφων. Οι ιστορίες αυτές δεν γράφτηκαν σε βιβλία· διασώθηκαν από τα στόματα των ανθρώπων, στα καφενεία, στις αυλές και στα χειμωνιάτικα βράδια γύρω από τη φωτιά.

Τα Τοπόλιανα όπου ‘‘γεννήθηκαν’’ τα  ‘‘ντάλικα’’.

Ο πολιτικός και η ‘κοσμοσυρροή’

Μία από τις πιο γνωστές ιστορίες αφορά την επίσκεψη ενός μεγάλου πολιτικού στο χωριό, στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Ο πολιτικός έφτασε μέχρι γειτονικό χωριό με αυτοκίνητο και από εκεί τον ανέβασαν στα Τοπόλιανα με άλογο, αφού δρόμος δεν υπήρχε ακόμη. Το βράδυ τον πήγαν στο καφενείο. Το καφενείο είχε δύο πόρτες και μέσα δεν υπήρχε ηλεκτρικό. Οι χωριανοί άρχισαν να μπαίνουν από τη μία πόρτα, να τον χαιρετούν και να βγαίνουν από την άλλη. Μετά άλλαζαν πανωφόρια και ξαναμπαίναν σαν διαφορετικοί άνθρωποι. Ο πολιτικός έφυγε εντυπωσιασμένος από τον «πολύ κόσμο» που είχε το χωριό. Όταν όμως ήρθαν οι εκλογές και οι ψήφοι ήταν ελάχιστες, απορούσε πού εξαφανίστηκαν όλοι εκείνοι που τον χαιρετούσαν.

Χελώνες στον λαιμό

Άλλη ιστορία θέλει έναν κρατικό εισπράκτορα να φτάνει στα Τοπόλιανα για να μαζέψει φόρους. Οι κάτοικοι είχαν εξαφανιστεί από τους δρόμους και οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Όσους συναντούσε, τους έβλεπε να έχουν κρεμασμένες χελώνες στον λαιμό. Όταν ρώτησε τι συμβαίνει, του απάντησαν πως είχε πέσει θανατικό και μόνο έτσι μπορούσαν να προστατευτούν. Ο άνθρωπος πανικοβλήθηκε, δεν τόλμησε να μείνει άλλο στο χωριό και έφυγε χωρίς να εισπράξει τίποτα.

Αναζητώντας το μοσχάρι

Ξεκαρδιστική είναι και η ιστορία με τον κτηνίατρο και το… ανύπαρκτο μοσχάρι. Την εποχή που δίνονταν επιδοτήσεις για τα ζώα, ένας χωριανός χωρίς ούτε ένα μοσχάρι πείστηκε από τους άλλους να δηλώσει κι αυτός ζώο για να πάρει χρήματα. Όταν έφτασε ο κτηνίατρος για έλεγχο, ο χωριανός τον οδήγησε σε ένα παλιό σπίτι στο βουνό. Μέσα είχε κρύψει τη γυναίκα του με ένα τσουκάλι. Ο κτηνίατρος ζήτησε να δει το ζώο, αλλά ο ιδιοκτήτης έκανε πως είχε ξεχάσει τα κλειδιά. Από μέσα ακούγονταν μουγκρητά και χτυπήματα από το τσουκάλι. «Πόσα κιλά να είναι περίπου;» ρώτησε ο κτηνίατρος. «Καμιά εκατοστή», του απάντησαν. «Ε, εκατό κιλά θα είναι, το καταλαβαίνω κι από τη μουγκρισιά», είπε εκείνος και κατέγραψε το ανύπαρκτο μοσχάρι.

Το βόδι που έγινε άλογο

Άλλη γνωστή πλάκα έγινε σε έναν παπά που είχε αγοράσει βόδι από ζωοπανήγυρη. Καθώς επέστρεφε στο χωριό περπατώντας δίπλα στο ζώο, όσοι τον συναντούσαν του έλεγαν ειρωνικά: «Να σου ζήσει το αλογάκι, παπά!». Εκείνος άρχισε να σκέφτεται μήπως τελικά είχε αγοράσει άλογο και όχι βόδι. Για να σιγουρευτεί, ανέβηκε καβάλα στο ζώο. Το βόδι τον τίναξε κάτω και ο παπάς βρέθηκε πεσμένος στα χώματα με τα ράσα ανακατεμένα. Τότε είπε την ιστορική φράση: «Σε είδα, βοϊδάκι μου, αλλά αυτοί είναι όλοι διαόλοι».

Οι Τοπολιανίτες ήταν γνωστοί και για τη φιλοξενία τους. Αυλή σπιτιού στα Τοπόλιανα.

Τοπολιανίτικη φιλοξενία

Οι Τοπολιανίτες ήταν γνωστοί και για τη φιλοξενία τους. Όμως ακόμη και αυτή συνοδευόταν συχνά από κάποιο χωρατό. Ένας περαστικός ζήτησε ένα βράδυ μέρος να κοιμηθεί. Κάποιος χωριανός έβαλε ένα παιδί να τον οδηγήσει δήθεν στο σπίτι του. Το παιδί όμως τον πήγε σε ξένο σπίτι. Όταν αργότερα επέστρεψε η νοικοκυρά και είδε τον άγνωστο μέσα, εκείνος της είπε: «Να σου ζήσει το παιδάκι, πολύ καλό παιδί». Η γυναίκα κατάλαβε αμέσως την πλάκα και του απάντησε ψύχραιμα: «Εδώ δεν σε έφερε το δικό μου παιδί… άλλο παιδί σε έφερε».

Σε άλλη περίπτωση, ένας επισκέπτης από τη Γρανίτσα θα κοιμόταν στο σπίτι ενός χωριανού. Ο οικοδεσπότης, θέλοντας να κάνει αστείο, είπε δυνατά στη γυναίκα του μπροστά στον φιλοξενούμενο: «Σήκω γριά να κάνουμε όπως κάναμε χθες». Ο επισκέπτης άρχισε να ανησυχεί. Όταν ο οικοδεσπότης είπε στη γυναίκα να κλειδώσει την πόρτα, εκείνος πανικοβλήθηκε, πήδηξε από το παράθυρο και έτρεξε σε άλλο σπίτι να ζητήσει βοήθεια. Μόλις εξήγησε τι είχε συμβεί, ο δεύτερος χωριανός τού απάντησε σοβαρός: «Και εδώ όπως έκανες χθες δεν θα κάνεις;». Ο άνθρωπος έφυγε νύχτα από το χωριό.

Καθημερινά χωρατά

Υπήρχαν όμως και πιο καθημερινά χωρατά, μικρές πλάκες που έδιναν ζωή στο καφενείο και έσπαγαν τη μονοτονία της καθημερινότητας. Λένε πως όταν έφτανε κάποιος ξένος και οι χωριανοί δεν ήθελαν να τον φιλοξενήσουν, άρχιζαν επίτηδες να «τσακώνονται» μεταξύ τους μπροστά του για το ποιος θα τον πάρει σπίτι του. «Εγώ θα τον πάρω», έλεγε ο ένας. «Όχι, εγώ θα τον πάρω», απαντούσε ο άλλος. Ο ξένος πίστευε πως βρέθηκε ανάμεσα σε υπερβολικά φιλόξενους ανθρώπους. Στο τέλος όμως δεν τον έπαιρνε κανείς και αναγκαζόταν να συνεχίσει τον δρόμο του.

Άλλη φορά, σε έναν περαστικό που ρώτησε πόσο μακριά είναι το επόμενο χωριό, οι Τοπολιανίτες απάντησαν όλοι διαφορετικά. Άλλος έλεγε μισή ώρα, άλλος δύο ώρες και άλλος «αν βιαστείς, θα φτάσεις αύριο». Ο άνθρωπος δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να ανησυχήσει.

Ακόμη και οι ίδιοι οι χωριανοί γίνονταν μέρος των ιστοριών. Ένας ηλικιωμένος αφηγούνταν πως μικρός είχε πιαστεί από τα πόδια ενός όρνιου και πέταξε μαζί του πάνω από τα βουνά. Η αφήγησή του ήταν τόσο πειστική που όλοι σχεδόν τον πίστεψαν. Στο τέλος όμως σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό του, πήρε τη γκλίτσα του και είπε χαμογελώντας: «Όλα όσα σας είπα είναι ψέματα. Μόνο αυτή η ιστορία είναι αλήθεια».

Ο δερματέμπορας

Από τα πιο τρανταχτά «ντάλικα» ήταν και εκείνο με τον δερματέμπορα που αγόραζε δέρματα από κουνάβια. Ένας γέροντας τού είπε πως είχε ένα δέρμα αλλά ήταν τρυπημένο και δεν άξιζε. Ο έμπορας επέμενε να το δει. Ο γέροντας τον έστειλε στο σπίτι του, όπου βρισκόταν η γυναίκα του. Όταν ο άνθρωπος ζήτησε να δει το «δέρμα», η γριά σήκωσε το φουστάνι της από το μπαλκόνι και του είπε: «Να, αυτό είναι!». Ο δερματέμπορας έφυγε τρέχοντας και, όπως λένε, δεν ξαναπάτησε ποτέ στο χωριό.

Τα «ντάλικα» δεν ήταν απλώς αστεία. Ήταν ένας τρόπος να περνά πιο ανάλαφρα η δύσκολη ζωή στα βουνά, να δυναμώνουν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και να κρατιέται ζωντανή η κοινότητα. Σήμερα, πολλά από αυτά τα χωρατά σώζονται μόνο στις μνήμες των ηλικιωμένων κατοίκων. Όμως εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα πιο αυθεντικά κομμάτια της λαογραφικής παράδοσης των Αγράφων, μια ζωντανή απόδειξη πως το χιούμορ υπήρξε πάντα δύναμη επιβίωσης για τους ανθρώπους του τόπου.

Πηγή: Σταύρος Μαλιχούδης – «Τα “ντάλικα”: Χωρατά στα βουνά των Αγράφων», www.stavrosmalichudis.com

Exit mobile version