Γράφει η Ελένη Αρωνιάδα
Η τραγική είδηση του θανάτου της 57χρονης εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου στη Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς ένα «ιατρικό συμβάν». Είναι η ηχηρή πτώση ενός ολόκληρου οικοδομήματος που ονομάζουμε δημόσια παιδεία. Η 57χρονη δεν «έφυγε» απλώς από εγκεφαλικό· κατέρρευσε κάτω από το βάρος μιας εφιαλτικής πραγματικότητας που κανείς δεν θέλησε να δει, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις της.
Η κατάσταση στα ελληνικά σχολεία έχει εκτραχυνθεί σε βαθμό που η διδασκαλία θυμίζει πλέον επιβίωση σε εμπόλεμη ζώνη, ιδιαίτερα στα σχολεία μεγάλων πόλεων. Όταν μαθητές εκσφενδονίζουν μπουκάλια με σοκολατούχο γάλα, πετούν βαριά βιβλία στην πλάτη μιας γυναίκας με κάταγμα και βγάζουν κραυγές ζώων μέσα στην τάξη, δεν μιλάμε για «παιδική αταξία». Μιλάμε για μια γενιά χωρίς όρια, που έχει παρερμηνεύσει την ελευθερία ως ασυδοσία και τον σεβασμό ως αδυναμία. Το γεγονός ότι έφηβοι έφτασαν στο σημείο να ειρωνεύονται την καθηγήτριά τους ρωτώντας την «γιατί δεν φεύγεις;», αποδεικνύει την πλήρη αποσύνθεση της ηθικής πυξίδας μέσα στις σχολικές αίθουσες, αλλά και στην κοινωνία που περνά σίγουρα μέσα από την οικογένεια πρώτα.
Το πιο εξοργιστικό, όμως, δεν είναι η αγριότητα των ανηλίκων —είναι η παγερή αδιαφορία και η θεσμική αναλγησία των «προϊσταμένων». Η Σοφία Χρηστίδου είχε ζητήσει βοήθεια. Είχε υποβάλει επίσημες αναφορές, είχε περιγράψει τον τρόμο της, είχε ζητήσει μέχρι και αστυνομική προστασία, νιώθοντας απροστάτευτη απέναντι σε έναν όχλο που φορούσε μαθητικές ποδιές. Και ποια ήταν η απάντηση του συστήματος; Αντί για στήριξη, αντί για λήψη μέτρων κατά των θυτών, η εκπαιδευτικός βρέθηκε αντιμέτωπη με την παραπομπή της σε υγειονομική επιτροπή.
Πρόκειται για την απόλυτη διαστρέβλωση της πραγματικότητας: το θύμα κρίθηκε «ακατάλληλο» επειδή δεν μπορούσε να επιβληθεί στο χάος. Το σύστημα επέλεξε να βαφτίσει την καθηγήτρια «ψυχικά ασταθή» αντί να παραδεχθεί ότι το σχολείο είχε μετατραπεί σε ζούγκλα. Αντί να τιμωρηθεί ο μαθητής που κλείνει το δρόμο με θρανία και επιτίθεται, στοχοποιήθηκε η εκπαιδευτικός που δεν είχε τα εργαλεία —ούτε τη νομική κάλυψη— να αμυνθεί. Αυτό το «blame the victim» (φταίει το θύμα) είναι η μεγαλύτερη ύβρις.
Η Σοφία Χρηστίδου «έσκασε» από την αδικία. Το εγκεφαλικό ήταν η σωματική εκτόνωση μιας ψυχής που πνιγόταν από την εγκατάλειψη. Η πολιτεία, που τώρα διατάζει ΕΔΕ κατόπιν εορτής, οφείλει να αναλογιστεί: Πόσους άλλους εκπαιδευτικούς θα αφήσει έρμαια στον εκφοβισμό; Πότε θα σταματήσει η ασυλία της παραβατικότητας που βαφτίζεται «δικαίωμα του παιδιού»;
Ας αναλογιστούμε τι παιδιά μεγαλώνουμε, με τι αξίες, με τι αντιλήψεις ασυδοσίας και δικαιωματισμού. Πώς φερόμαστε εμείς οι ίδιοι στους δασκάλους και τους ξεφτιλίζουμε στα μάτια των παιδιών μας.
Αν η ηθική δικαίωση της οικογένειας περνά μέσα από την τιμωρία των υπευθύνων, η κοινωνική δικαίωση απαιτεί την επιστροφή του ορίου στο σχολείο. Γιατί όταν ο δάσκαλος φοβάται τον μαθητή και ο προϊστάμενος φοβάται την ευθύνη, το μόνο που μένει είναι ένας αργός, θεσμικός θάνατος της παιδείας — και μερικές φορές, όπως στην περίπτωση της Σοφίας, ένας θάνατος πέρα για πέρα αληθινός.
