Γράφει η Ελένη Αρωνιάδα
Το να επιχειρείς σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς δύσκολο· μοιάζει με άσκηση επιβίωσης σε εχθρικό περιβάλλον. Όσα βιώνει ο κλάδος της καφεστίασης τα τελευταία χρόνια αποτελούν τον καθρέφτη μιας βαθιάς, δομικής κρίσης. Η εκτίμηση ότι 1 στα 10 καφέ στην Ελλάδα δύσκολα θα παραμείνει ανοικτό μέχρι τον Μάρτιο του 2027 δεν είναι κινδυνολογία, αλλά η μαθηματική κατάληξη ενός χρεοκοπημένου μοντέλου.
Η επιβίωση των επιχειρήσεων καφεστίασης σήμερα προσκρούει σε έναν ανυπέρβλητο «τοίχο» κόστους και φορολογίας. Από τη μία πλευρά, το λειτουργικό κόστος βρίσκεται εκτός ελέγχου, καθώς τα ενοίκια, η ενέργεια και οι πρώτες ύλες καταγράφουν συνεχείς αυξήσεις. Σε αυτά προστίθεται και η κατακόρυφη άνοδος του κόστους των υλικών συσκευασίας, το οποίο επιβαρύνεται επιπλέον από τις αχρείαστες περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και εισφορές. Την ίδια στιγμή, το κράτος διατηρεί πεισματικά υψηλούς τους φορολογικούς συντελεστές, στραγγαλίζοντας κάθε περιθώριο υγιούς κερδοφορίας.
Από την άλλη πλευρά, η ρίζα του προβλήματος μετατοπίζεται στην καταναλωτική βάση. Η έλλειψη σοβαρών παραγωγικών επενδύσεων στη χώρα κρατά τους μισθούς καθηλωμένους σε χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη των πολιτών να φθίνει διαρκώς. Πιεσμένα από το γενικότερο κύμα ακρίβειας και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, τα ελληνικά νοικοκυριά αναγκάζονται πλέον να αναπροσαρμόσουν τις προτεραιότητές τους. Έτσι, η καθημερινή έξοδος —που κάποτε αποτελούσε βασική καταναλωτική συνήθεια— είναι το πρώτο έξοδο που περικόπτεται δραστικά, στερώντας από τις επιχειρήσεις τον ζωτικό τζίρο που χρειάζονται για να παραμείνουν ζωντανές.
Αν στις μεγάλες πόλεις η κατάσταση είναι οριακή, σε ακριτικές και ορεινές περιοχές όπως η Ευρυτανία, το δράμα παίρνει άλλες διαστάσεις.
Εδώ δεν μιλάμε για μεγάλα, θορυβώδη franchise ή επώνυμα στέκια με εναλλακτικό marketing. Μιλάμε για το παραδοσιακό καφενεδάκι του Ραπτόπουλου, του Καρπενησίου και των γύρω χωριών. Μιλάμε για μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις εστίασης που δεν αποτελούν «επενδυτικά σχέδια», αλλά τον μοναδικό πόρο επιβίωσης για μια ολόκληρη οικογένεια.
Για αυτά τα μαγαζάκια που φυτοζωούν, οι νέες ψηφιακές απαιτήσεις, η έλλειψη προσωπικού και η κατακόρυφη πτώση της εγχώριας αγοραστικής δύναμης αποτελούν χαριστική βολή. Ο τουρισμός του Σαββατοκύριακου ή των εορτών δεν αρκεί πλέον για να καλύψει τα πάγια έξοδα 12 μηνών. Όταν ένας επαγγελματίας στο χωριό καλείται να πληρώσει τις ίδιες εισφορές, το ίδιο ρεύμα και το ίδιο κόστος πρώτης ύλης με ένα μαγαζί στην Αθήνα αλλά με μεγαλύτερα κόστη μεταφοράς, η εξίσωση απλώς δεν βγαίνει.
Το κλείσιμο ενός καφενείου σε ένα χωριό της Ευρυτανίας δεν είναι απλώς μια οικονομική απώλεια. Είναι ο θάνατος του τελευταίου σημείου κοινωνικής συνεύρεσης, η οριστική ερήμωση της υπαίθρου.
Το φθινόπωρο που έρχεται και ο χειμώνας του 2027 θα είναι η περίοδος της μεγάλης ξεκαθάρισης. Όσοι πορεύτηκαν χωρίς επιχειρηματικό σχέδιο, βασιζόμενοι σε «πήλινα πόδια», θα αναγκαστούν να παραδώσουν τα κλειδιά.
Το ελληνικό επιχειρείν χρειάζεται επειγόντως ένα νέο, υγιές μοντέλο. Όμως, για να γεννηθεί αυτό, το κράτος οφείλει να καταλάβει ότι η φορολογική εξόντωση και η γραφειοκρατία δεν πλήττουν μόνο τους «μεγάλους» – σβήνουν από τον χάρτη τους μικρούς ήρωες της ελληνικής επαρχίας που παλεύουν να κρατήσουν τον τόπο τους ζωντανό.
