6 Φλεβάρη 1966, μια αποφράδα μέρα για την Ευρυτανία

614
boubouris sinaksari1

Ο μεγάλος σεισμός του Φλεβάρη 1966 συντάραξε τη γενέτειρά μας και δρομολόγησε σημαντικές εξελίξεις για τους κατοίκους της με αρνητικά αποτελέσματα. Εκτός από το ένα θύμα (μια νεκρή γυναίκα στην Κρέντη) τα περισσότερα σπίτια και δημόσια κτήρια ειδικά στο Δήμο Αγράφων έγιναν μη κατοικήσιμα.

Ο φονικός εκείνος σεισμός  ήταν η αιτία της ερήμωσης των περισσότερων Αγραφοχωριών με τους κατοίκους να γίνουν εξαναγκαστικά εσωτερικοί μετανάστες. Στοιβάχτηκαν όπως-όπως σε παραγκομαχαλάδες του Καρπενησιού, της Λαμίας, του Αλιάρτου κι αλλού. Ήταν ένας ακόμη λόγος της παρατηρούμενης εκείνη την εποχή αφύσικης αστυφιλίας. Οι μνήμες ολοζώντανες για τους μεγαλύτερους και με τους μικρότερους να έχουν μόνο ακούσματα.

Ο υπογραφόμενος στο βιβλίο του ‘’Αγραφιώτικο συναξάρι’’, 2005 έκανε εκτενή αναφορά εκτός των άλλων και σ’ εκείνο το συνταρακτικό γεγονός:

«…Εκείνη η Φλεβαριάτικη εφιαλτική νύχτα έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του  χωριατόκοσμου, ως αλγεινή θύμηση μιας απρόσμενης κοσμοχαλασιάς. Η γη άρχισε να τρέμει σύγκορμη  και ήταν απ’ τις λίγες φορές που ταράχτηκαν τ’ αγέρωχα Αγραφοβούνια. Πανδαιμόνιο επικράτησε απ’ την κατρακύλα των θεόρατων βράχων, που ξεθεμελιώνονταν ανάμεσα στις απάτητες χαράδρες με τα φαράγγια τους. Νόμιζες πως ο αγριεμένος μυθικός Πολύφημος, τυφλωμένος όπως ήταν, ήρθε και θρονιάστηκε στα ψηλά κορφοβούνια, εξαπολύοντας παντού ογκόλιθους, μήπως και πετύχει μες στην παραζάλη του τους φοβισμένους και πανικόβλητους συντρόφους του Οδυσσέα.

Κραυγές απελπισίας αγουροξυπνημένων ανθρώπων ενώνονταν με απροσδιόριστους θορύβους και χτύπους που έβγαιναν από κάθε σπίτι. Τα αλογομούλαρα δεμένα στα παχνιά τους χλιμίτριζαν φοβισμένα και συναγωνίζονταν το μελαγχολικό μούγκρισμα των αγελάδων και το παρατεταμένο βέλασμα των κλεισμένων γιδοπροβάτων μες στα μαντριά τους. Τα μαντρόσκυλα μαζί με τα όμοιά τους αδέσποτα, με την ουρά χωμένη κάτω από τα σκέλια και το τομάρι τους αναμαλλιαμένο, έτρεχαν  ξαφνιασμένα να κρυφτούν  ανάμεσα στα πόδια των αλαφιασμένων χωρικών καταπίνοντας το αλύχτημά τους. Οι κουκουβάγιες και τ’ άλλα ‘ρμοπούλια παρατούσαν τις κούρνιες τους κι έτρεχαν να κρυφτούν αλλού, κλαίγοντας άλλη μια φορά την άσχημη μοίρα τους. Γυναίκες και άντρες κυριευμένοι απ’ τον τρόμο τραβολογούσαν τα αγουροξυπνημένα  παιδιά τους μακριά απ’ τις αστρέχες και τα κατώγια και τ΄απίθωναν  σ’ ασφαλέστερο μέρος, με το φλεβαριάτικο κρύο να πριονίζει τα κόκκαλα.

Τα άψυχα κτήρια, τα χαμόσπιτα, αλλά και τα αρχοντικά κονάκια έχασκαν άχαρα κι ορθάνοιχτα με τις σχισμάδες, τα διαγώνια ραγίσματα και τα λακκώματα στις καμπουριασμένες στέγες τους.

Ο απολογισμός της επόμενης μέρας, που φάνηκε αιώνας, ώσπου να ξημερώσει ήταν οικτρός κι επώδυνος. Σπίτια, αχυρώνες, εκκλησιές και σχολειά πολλά γκρεμίστηκαν, αλλά δεν έλλειψε και ο θάνατος μιας φτωχομάνας, κάτω απ’ τα ερείπια του σπιτοκάλυβού της. Όσοι συνήθιζαν να σταυροκοπούνται μπροστά στις θεομηνίες, είπαν ότι ήταν θέλημα ή οργή θεού.

Γεωλόγοι και σεισμολόγοι έριξαν την ευθύνη του σεισμού στο νεοκατασκευασμένο φράγμα του Αχελώου στα Κρεμαστά, με τις μεγάλες καθιζήσεις μεγάλων εδαφικών στρωμάτων, αφού και το επίκεντρο του σεισμού ήταν μέσα στη λίμνη…»

(Απόσπασμα από ‘’Αγραφιώτικο συναξάρι’’, σελ. 171-172).