
Γράφει η Ελένη Αρωνιάδα
Η διαχείριση των υδάτινων πόρων της χώρας δεν μπορεί να αποτελεί άσκηση επί χάρτου, ούτε πεδίο επικοινωνιακών ελιγμών. Το φιλόδοξο σχέδιο «Εύρυτος», που προαναγγέλλει την εκτροπή των ποταμών Καρπενησιώτη και Κρικελιώτη για την ενίσχυση του υδροδοτικού συστήματος της Αττικής, εγείρει πλέον αμείλικτα ερωτήματα. Ερωτήματα που δεν προέρχονται από μια στείρα άρνηση, αλλά από την ίδια τη λογική και τα υδρολογικά δεδομένα, όπως αυτά αναλύονται από τον Δρα Μηχανολόγο Μηχανικό του ΕΜΠ, Νίκο Μ. Κατσουλάκο.
Το βασικό επιχείρημα της πολιτείας για την επένδυση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ είναι η «δομική λειψυδρία». Ωστόσο, η πραγματικότητα του τρέχοντος υδρολογικού έτους φαίνεται να αποδομεί αυτό το αφήγημα. Ο Ιανουάριος του 2026 υπήρξε αποκαλυπτικός: οι έντονες βροχοπτώσεις στη δυτική Στερεά Ελλάδα (με ύψη βροχής που άγγιξαν τα 245,5 mm στην περιοχή του Μόρνου) οδήγησαν σε έναν θεαματικό υπερδιπλασιασμό των αποθεμάτων της λίμνης του Ευήνου μέσα σε μόλις έναν μήνα. Από τα 32 εκατ. κυβικά μέτρα, ο ταμιευτήρας εκτοξεύτηκε στα 74 εκατ., προσεγγίζοντας το 75% της χωρητικότητάς του.
Εδώ αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα που θέτει ο κ. Κατσουλάκος: «Όταν βρέχει, πού θα χωράει το νερό;»
Αν οι υφιστάμενοι ταμιευτήρες (Εύηνος, Μόρνος) μπορούν να γεμίζουν τόσο ταχύτατα σε περιόδους κανονικών ή πλούσιων βροχοπτώσεων, ποια η σκοπιμότητα μιας επιπλέον αφαίμαξης 200 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων από την Ευρυτανία; Σε «καλά» υδρολογικά έτη, το σύστημα της ΕΥΔΑΠ δέχεται πάνω από 800 εκατ. κυβικά μέτρα. Η προσθήκη νερού από τον Καρπενησιώτη και τον Κρικελιώτη σε τέτοιες συνθήκες θα οδηγούσε μαθηματικά σε υπερχειλίσεις, καθιστώντας ένα πανάκριβο έργο υποδομής ουσιαστικά άχρηστο για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Το σχέδιο «Εύρυτος» στερείται, μέχρι στιγμής, σοβαρής τεκμηρίωσης. Δεν έχουν παρουσιαστεί αναλυτικές χρονοσειρές παροχών για τους συγκεκριμένους ποταμούς, ενώ η περιβαλλοντική αλλοίωση της ευρυτανικής γης θεωρείται δεδομένη και μη αναστρέψιμη. Η υποψία ότι η «ρητορική του φόβου» περί λειψυδρίας χρησιμοποιήθηκε ως προπέτασμα καπνού για την προώθηση του έργου —και ίσως για την προετοιμασία των αυξήσεων στα τιμολόγια του νερού— ενισχύεται από την ξαφνική «αραίωση» των καταστροφολογικών δημοσιευμάτων μόλις άρχισαν οι βροχές και οι επίσημες ανακοινώσεις για τις νέες τιμές.
Η υδρολογική ανάκαμψη του φετινού χειμώνα αποδεικνύει ότι η φύση έχει τους δικούς της κύκλους. Η βίαιη παρέμβαση σε αυτούς, με έργα που χαρακτηρίζονται από επιστημονικό έλλειμμα και αμφίβολη χρησιμότητα, δεν αποτελεί λύση αλλά μετατόπιση του προβλήματος, με βαρύ τίμημα για το οικοσύστημα και τον φορολογούμενο πολίτη.
Όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στην παρέμβαση των «Ελεύθερων Βουνών», τα νερά έχουν φωνή. Και η φωνή της Ευρυτανίας, στον απόηχο και του συλλαλητηρίου της 8ης Φεβρουαρίου, είναι σαφής: Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν μπορεί να θυσιάζεται στον βωμό μεγαλεπήβολων και αμφιλεγόμενων σχεδιασμών. Οφείλουμε μια απάντηση με ειλικρίνεια και δεδομένα, πριν η πέτρα και το νερό του τόπου μας γίνουν αντικείμενο μιας άστοχης εργολαβίας και η καταστροφή μας μη αναστρέψιμη.


































