Στο κατώφλι του 2026

30
2026

Αρχές του 1947 η Αγγλική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει στις ΗΠΑ πως αδυνατούσε πλέον να συνεχίσει την ενίσχυση της ελληνικής κυβέρνησης στον αγώνα της κατά της κομμουνιστικής επικράτησης στην Ελλάδα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Τρούμαν προκειμένου να έχει ιδία άποψη , στέλνει το 1947 τον Paul A. Porter ως επικεφαλής αμερικανικής αποστολής. Μετά από έναν περίπου μήνα, ο Porter στέλνει επιστολή προς το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, γράφοντας μεταξύ των άλλων:

«Εδώ δεν υπάρχει κράτος ! Υπάρχει μόνο μία ιεραρχία πολιτικών, ο ένας χειρότερος από τον άλλον.

Μοναδική τους έννοια , η κατάκτηση της εξουσίας. Σε ολόκληρη τη χώρα οι άνθρωποι έχουν παραλύσει από την αβεβαιότητα και τον φόβο, οι επιχειρηματίες δεν επενδύουν, οι καταστηματάρχες δεν αποθηκεύουν προμήθειες. Η δημόσια διοίκηση είναι υπερβολικά εκτεταμένη. Οι χαμηλοί μισθοί προσαυξάνονται βάσει ενός συστήματος επιδομάτων, (μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι κερδίζουν μέχρι και τέσσερις φορές περισσότερο από τον βασικό μισθό τους!). Η δημόσια διοίκηση δεν είναι σε θέση να προβεί ούτε στην είσπραξη φόρων, ή την επισκευή δρόμων. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει άλλη πολιτική εκτός από το να εκλιπαρεί για ξένη βοήθεια απαριθμώντας θορυβωδώς τις θυσίες της Ελλάδος…

Στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια για τη διαιώνιση των προνομιών μιας μικρής κλίκας που έχει την έδρα της στην πλατεία Κολωνακίου…».

Σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά την έκθεση του Paul A. Porter, στο κατώφλι του 2026, η αίσθηση του déjà vu είναι ανατριχιαστική. Όχι γιατί η Ελλάδα δεν άλλαξε, αλλά γιατί άλλαξε χωρίς να μεταμορφωθεί. Οι μορφές εκσυγχρονίστηκαν, η γλώσσα εξευγενίστηκε, οι θεσμοί απέκτησαν τίτλους και πλαίσια, όμως ο πυρήνας της παθογένειας παραμένει πεισματικά ίδιος.

Το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως λάφυρο παρά ως κοινό εργαλείο. Η πολιτική εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως επάγγελμα εξουσίας και όχι ως ευθύνη υπηρεσίας. Η δημόσια διοίκηση, παρά τις ψηφιακές βιτρίνες, παραμένει συχνά δυσκίνητη, ατιμώρητη και αποκομμένη από την παραγωγή πραγματικού έργου. Πελατειακές σχέσεις, αναποτελεσματικό κράτος, εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους και έλλειψη στρατηγικού οράματος εξακολουθούν να υπονομεύουν την κοινωνική εμπιστοσύνη και τη δημοκρατική λειτουργία. Η οικονομία κινείται με επιδοτήσεις, «πακέτα», ευρωπαϊκά προγράμματα και προσωρινές ανάσες, όχι με σχέδιο, εμπιστοσύνη και επενδύσεις μακράς πνοής.

Και κυρίως, η μόνιμη εξάρτηση από εξωτερικούς σωτήρες –άλλοτε στρατιωτικούς, άλλοτε οικονομικούς, άλλοτε τεχνοκρατικούς– υποκαθιστά την ανάγκη για εσωτερική αυτογνωσία και συλλογική ευθύνη. Όσο η κοινωνία αποδέχεται τη μετριότητα ως κανονικότητα και την αναξιοκρατία ως αναπόφευκτη, τίποτα ουσιαστικό δεν αλλάζει. Το ερώτημα δεν είναι αν «μας φταίνε οι άλλοι», αλλά πότε θα αποφασίσουμε, επιτέλους, να φταίμε λιγότερο εμείς.