Χρονογραφήματα Το ωραίον φθινόπωρο

0
923

Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς
Ποιος ποιητής δεν θρηνολόγησε το φθινόπωρο και ποιος αγροτόπαις δεν το υμνολόγησε! Πρώτον άνοιγαν τα σχολεία και ήταν σαν να άνοιγαν οι πόρτες της ελευθερίας των αγροτικών φυλακών, όπου εκμετρούσαμε ποινήν καλοκαιρινής φυλάκισης στα χωράφια και στα μαντριά. Δεν ήταν ότι αγαπούσαμε τα γράμματα ήταν ότι αποστρεφόμασταν τα χωράφια και τα πράματα, ήγουν τα ζώα του νοικοκυριού. Επίσης μπορεί το φθινόπωρο να έφθιναν οι καλοκαιρινές τερψιλαρύγγιες οπώρες (κεράσια, αχλάδια, κορόμηλα, ροδάκινα κ.ά.) όμως ανέτειλαν τα εξωτικά σταφύλια, τα χορταστικά μήλα και κάστανα και πάνω απ΄ όλα τα ανυπέρβλητα και προσοδοφόρα καρύδια. Εκτός των άλλων το φθινόπωρο είχε τεθεί υπό έλεγχον η ουρανομήκης ερωτική πυρκαγιά, που όλο το καλοκαίρι κατέτρωγεν τα σωθικά όλων των εμβίων όντων. Οι μεγάλοι άλλοι -μέσα στα πλαίσια της προγραμματισμένης παιδοποιίας- είχαν γκαστρώσει τις γυναίκες τους και άλλοι όχι, όμως τώρα όλοι ησύχαζαν και ορέγονταν τα χειμωνιάτικα σεξουαλικά αμαρτήματα. Όλο το καλοκαίρι ο Χελιδόνης -το βόδι μας- ήταν επί ποδός πολέμου. Άπαξ και δις ημερησίως γονιμοποιούσε τις οργάζουσες αγελάδες του χωριού. Και γω, «η κορωνίς της δημιουργίας», ελεεινολογούσα τη μοίρα μου και εγκαλούσα το θείον θρηνώντας: «γιατί Θεέ μου δεν μ΄ έκανες βόδι;» Όμως ο συμπάσχων Κίτσος –το γομάρι μας- ο ανυπέρβλητος αυτός εραστής και ο αιωνίως στερημένος, καθημερινώς έτυπτε το υπογάστριον του με το διαπρύσιον εργαλείον των παθών του, και κυλιόμασταν μαζί στη γομαροκυλίστρα του και του ψιθύριζα στ΄ αυτί: «υπάρχουν και χειρότερα!»
Εκεί περί το τέλος του καλοκαιριού -μετά της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος-μεταμορφώνονταν τα προς απόσυρσιν βαρβάτα αρσενικά, σε εκτομίες. Αντηχούσαν τα λόγγια και τα φαράγγια από τα ρεκατά των τραγιών και των κριαριών, που
ετοιμάζονταν να υποδεχτούν σουβλισμένα τη «σύναξη των κλεφτών και των
καπεταναίων». Βέβαια εμείς ξέραμε ότι οι στερφοπροβατίνες στη σούβλα το φθινόπωρο, άδουν το ωραιότερον ερωτικό κύκνειο άσμα τους. Τότε γυρίζει το κρέας τους, λένε οι επαΐοντες. Ίσως να εννοούν ότι οι προβατίνες, τότε το παίρνουν απόφαση και ετοιμάζονται για την μετά την κλιμακτήριο ζωή τους. Πάντως -εκ χειλέων ειδήμονος-έχω να συμβουλεύσω τους ενεργούς ακόμα συνομηλίκους μου, ότι μπορεί η παλιά
κότα νάχει το ζουμί κατ΄ ευφημισμόν, όμως η στερφοπροβατίνα έχει τη νοστιμιά στην κυριολεξία και καλοφάγωτη η όποια φθινοπωρινή στερφοπροβατίνα που θα πέσει στα δόντια μας!
Επειδή εκτενώς αναφέρθηκα στο προσχολικό και σχολικό φθινόπωρο ήθελα για λόγους ισορροπίας να αναφερθώ στο αντίστοιχο προγεροντικό και γεροντικό, που στην Ελλάδα των γερόντων αφορά την πλειοψηφία. Το φιλόστοργο στερνοπαίδι μας
η σύνταξη, είναι το καλύτερο παιδί, όπως έλεγαν οι γέροι της προηγούμενης γενιάς που βίωναν το πατριαρχικό λυκόφως ταυτόχρονα με το μεταβιομηχανικό λυκαυγές. Με αυτό θα πορευτούμε κι αυτό θα μας γηροκομήσει, όσο και να το κακομεταχειρίστηκαν οι πάλαι ποτέ Σαμαροβενιζέλοι.