Χρονογραφήματα. Στρατικοποίηση και παρελάσεις.Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς.

0
698

Μέχρι τη μεταπολίτευση η στρατικοποίηση του Σχολείου, αλλά και της κοινωνίας, ήταν πρώτη προτεραιότητα. Οι άρχοντες του μετεμφυλιακού κράτους, με κορυφαίους τους απριλιανούς συνταγματάρχες, αυτό τους συνέφερε, αυτό καταλάβαιναν και αυτό επέβαλλαν δια πυρός και σιδήρου.

Ως παιδιά, που ανδρωνόμασταν στη φύση και κατά φύση, ήμασταν σχετικά ελεύθεροι και απειθάρχητοι και ως εκ τούτου δυσκοίλιοι σε μια αστικού -και πολύ περισσότερο στρατιωτικού- τύπου πειθαρχία. Εν αρχή το Σχολείο αναλάμβανε την υποταγή και τον ευνουχισμό μας, όντας περισσότερο στρατώνας, παρά τέμενος των Μουσών.

Κάθε Κυριακή, ως στρατιώτες του Θεού, πηγαίναμε στον Οίκον Του εν πομπή και παρατάξει. Οι λόχοι συνάζονταν στο προαύλιο του σχολείου και από κει κατά τριάδες πορευόμασταν, ανά τας αγυιάς και τας ρύμας της πόλης και φτάναμε, όσοι φτάναμε, στην εκκλησία. Εκεί εν πλήρη   κατανύξει παρακολουθούσαμε τη Θεία Λειτουργία και ενίοτε μεταλαμβάναμε ομαδόν της Θείας Κοινωνίας.

Υπό καθεστώς στρατικοποίησης, προετοιμαζόμασταν και κάναμε τις παρελάσεις. Έμπλεοι ακηδίας και αηδίας, παρελαύναμε έμπροσθεν ζώντων τε (επισήμων) και τεθνεότων (ηρώων). Το σχολείο προετοίμαζε τους επόμενους ήρωες του Έθνους, αυτούς που μια σφαίρα τους χύνει τα μυαλά έξω από το καύκαλο και τους ξαποστέλνει, από τον πρόσκαιρο κόσμο των άσημων ζώντων στην αθανασία των ένδοξων πεθαμένων!

Οι στρατιωτικού τύπου μαθητικές παρελάσεις είχαν και έχουν και το αφροδισιακό τους στοιχείο. Οι συμμαθήτριές μας σκεπάζοντας την παρθενία τους και το υπέρλαμπρον της αγνείας τους, με την υπογονάτιον μπλέ μαθητική ποδιά, παρελαύνανε, τιμώσες τις Μπουμπουλίνες και τις Τζαβέλαινες του Έθνους και προετοιμάζονταν για την απόλυτη Δόξα των χορευτριών του Ζαλόγγου. Σ΄ αυτές τις ποδιές απιθώναμε και αφήσαμε τα γαλανά ερωτικά μας οράματα και τις ορθρίζουσες αισθησιακές μας ορέξεις και τ΄ άσπρα τους σοσόνια είναι οι μόνιμοι επίδεσμοι των ερωτικών μας πληγών.

Τώρα στα τέλη του ερωτικού μας βίου -τρόπος του… λέγειν δηλαδή- μ΄ αυτά, που χρόνια βλέπουμε στις παρελάσεις, πάει να μας φύγει το τσερβέλο. Κολάζεται και ο Όσιος Αντώνιος. Κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά παρελαύνουν με λάγνο σχήμα, που αφυπνίζει “την πεθυμιά της νύχτας”. Από κάτω “αιώνιο πορφυρίζει το ποίημα των ποδιών τους” με γόβα δωδεκάποντη και φούστα αποκρύπτουσα τις απολύτως αναγκαίες “ασχημοσύνες”, (κατά την Αγία Γραφή!) κι από πάνω ένα λευκό στενό πουκαμισάκι, τύπου μπολερό, καλύπτον στοιχειωδώς ένα ατίθασο ορθοβύζι. Χαίνουσες πληγές χωρίς σοσόνια για επίδεση!

Στο σχολείο ολοκληρώναμε τη στρατικοποίησή μας ως πρόσκοποι. Το στρατόπεδό μας ήταν κάτι παράγκες δίπλα στο Δασαρχείο. Εκεί μας μοίραζαν κάποια ατσούμπαλα και σάπια στρατιωτικά ρούχα, κατάλληλα μόνο για τα σκιάχτρα στα καλαμπόκια. Ήταν μια προγύμναση για τη θητεία μας στον φασίζοντα Στρατό, όπου και ψηνόμασταν για πάνω από δυο χρόνια, ως εκλεκτή τροφή των κανονιών.