Χρονογραφήματα Το αρνί της Λαμπρής

0
1019

Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς

“Φάγονται πένητες” και πειναλέοντες ορεινοί ποιμενόπαιδες. Με του Κυρίου την Ανάσταση ο Άδης “επικράνθη και γαρ κατηργήθη”, αλλά και εκλεκτά θρεπτήρια της ταλαίνης κοιλίας κοσμούσαν της πείνας το φωτοστέφανο. Αρνί ψημένο και τα συνοδά κοκορετσοσπληνάντερα, την Λαμπρήν ελάμπρυναν έτι περισσότερον. Ήταν η μέρα του χρόνου, που τα χρυσά ρήματα του Ιεράρχου Ιωάννη του Χρυσοστόμου επλήρωναν ου μόνον την καρδίαν αλλά και τον στόμαχον: “Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες” μέχρι σκασμού, έλεγε.

Με την αλόγιστη αναστάσιμη κρεοφαγία ορχούνταν μια κανιβαλική πράξη Αγάπης προς τον “άκακον άρνα”, γιατί το τσοπάνεμά του και τα νυχτοβόσκια του, στερούσαν από τ΄ αγροτόπαιδα τις χαρές του παιγνιδιού και της ελευθερίας.

Το αρνί της Λαμπρής ήταν το καλύτερο όλης της στάνης.

Στα βουνά της Ρούμελης οι ορεσίβιοι με το σούβλισμα του αρνιού ποίκιλλαν την ξηροχορτοφαγία τους και ανασκολόπιζαν τα ερέβη της τουρκοκρατίας. Στους κάμπους για τον φόβο των Τούρκων -που αρέσκονταν να σουβλίζουν Έλληνες- έψηναν γουρουνόπουλο.

Σε καιρούς χαλεπούς οι κλέφτες έγδερναν το αρνί και το ξανάβαζαν στο τομάρι του. Άναβαν φωτιά σ΄ έναν μεγάλο λάκκο και ως εν καμίνω, το έριχναν μέσα με το τομάρι, το σκέπαζαν με στάχτη, χόβολη και χώμα, και αποσύρονταν στα λημέρια τους. Ως την άλλη μέρα αυτό ψηνόταν και γινόταν λουκούμι και τότε επέδραμον, το ξέχωναν και το ξεκοκάλιζαν.

Ήταν το ορίτζιναλ κλέφτικο. Στον αντίποδά του ήταν η ιεροτελεστία της σούβλας, που δραματουργούνταν εν χορδαίς και οργάνοις.

Η θυσία προηγούνταν πάσης άλλης τελετουργίας. Το αίμα του αρνίου πότιζε το δέντρο της Ανάστασης. Πάντες οι νοικοκυραίοι είχαν το χασαπομάχαιρό τους και ήταν επιδέξιοι χρήστες αυτού.

Ακολουθούσε το σούβλισμα. Ο ορεσίβιος με μια ελατοκορφή για σούβλα και με δυο διχαλωτές κλωνάρες για φούρκες, έκανε άριστα τη δουλειά του. Δεν ήθελε τίποτε άλλο. Δεν υπήρχε νοικοκύρης, που δεν ήξερε να σουβλίσει.

Το ψήσιμο ήταν η τελική πράξη του δράματος πριν την κάθαρση. Επίσκοπος πάντων ήταν ο γεροντότερος. Απαιτούσε γνώση, εμπειρία και τέχνη. Οι αγέρηδες, η φωτιά και οι στροφές τις σούβλας είχαν τα μικρά τους μυστικά. Τα γκρίζια, οι φλούδες και τ΄ άγρια κούτσουρα μετουσίωναν το κρέας σε θεϊκόν βρώμα.

Επίλογος ήταν ο τεμαχισμός και το βάκισμα στο κρεατοκόπι με το χαντζάρι κι όταν το κρέας κρύωνε λίγο, στρωνόταν το μεσάλι στην τάβλα ή -σπάνια- χαμόκουμβα και κατεβροχθίζετο. Συνοδευόταν με λιπαρό πρόβειο τυρί, μαύρο σταρένιο ψωμί και αδρύ μπρούσκο κρασί. Φίλευαν το Χριστό και τον Άγγελο και το τέλος το τραγουδούσαν σε μουσικούς δρόμους διονυσιακής έξαρσης και ερωτικής έξαψης, αλλά και με μελωδίες παραπόνων, νοσταλγίας και πόνου. O tempora o mores!

Εν κατακλείδι “Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται” και… εκλογές έρχονται.