«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή· ταυτόχρονα το ξεκίνημα κι ο γυρισμός· κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος. Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή· κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία».

Η «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη κυριαρχεί μέσα μου σήμερα, κάνοντας την ανασκόπηση της δικής μου, προσωπικής χρονιάς που τελειώνει. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης έγραψε ότι αυτό του το έργο είναι «η πιο σπαραχτική Κραυγή τής ζωής του» κάτι που νιώθεις έντονα σε κάθε της λέξη.

Για μένα η «Ασκητική» αλλά και όλα τα έργα του Καζαντζάκη χτυπούν βαθιά μέσα στο είναι μου τόσο καταλυτικά και λυτρωτικά που τον θεωρώ έναν από τους δασκάλους μου.

η «Ασκητική» πρέπει να διαβάζεται ολόκληρη και να μελετάται ξανά και ξανά, αφού κάθε φορά ανακαλύπτει κάποιος και κάτι νέο που δεν το είχε δει πριν. Για λόγους χώρου όμως, παραθέτω κάποια από τα σημεία της που ξεχωρίζουν:


«-Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.

-Όχι ο Θεός θα μας σώσει· εμείς θα σώσουμε το Θεό, πολεμώντας, δημιουργώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνέμα.


-Άθλιοι είμαστε οι άνθρωποι, άκαρδοι, μικροί, τιποτένιοι. Μα μέσα μας, μια ουσία ανώτερή μας μάς σπρώχνει ανήλεα προς τ’ απάνω.

-Ποιο είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν’ ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νού μας.

-Τούτη είναι η εποχή μας, καλή ή κακή, ωραία ή άσκημη, πλούσια ή φτωχή, δεν τη διαλέξαμε. Τούτη είναι η εποχή μας, ο αγέρας που αναπνέμε, η λάσπη που μας δόθηκε, το ψωμί, η φωτιά, το πνέμα! […] Πολεμικός μάς έλαχε ο κλήρος, ας ζώσουμε σφιχτά τη μέση μας, ας αρματώσουμε το κορμί, την καρδιά και το μυαλό μας! Ας πιάσουμε τη θέση μας στη μάχη!

-Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και νύχτα παλεύει ο Ακρίτας με το θάνατο.

-Ο Θεός φωνάζει στην καρδιά μου: Σώσε με! Ο Θεός φωνάζει στους ανθρώπους, στα ζώα, στα φυτά, στην ύλη: Σώσε με!

-Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι συ. Αγάπα τα ζώα και τα φυτά, γιατί ήσουνα συ, και τώρα σε ακλουθούν πιστοί συνεργάτες και δούλοι. Αγάπα το σώμα σου· μονάχα με αυτό στη γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνεματώσεις την ύλη. Αγάπα την ύλη· απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί του. Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν’ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν είναι νά ’σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία. Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!»

«Η προσευκή μου δεν είναι κλαψούρισμα ζητιάνου μήτε ερωτικιά εξομολόγηση. Μήτε ταπεινός απολογισμός εμποράκου: σού ’δωκα, δώσε μου. Η προσευκή μου είναι αναφορά στρατιώτη σε στρατηγό».

Μια ακόμη χρονιά φεύγει και ανοίγεται μια νέα μπροστά μου με νέες προκλήσεις. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν άλλον καλύτερο τρόπο να την ολοκληρώσω παρά από την αναφορά μου ως μικρού στρατιώτη μπροστά στο Μεγάλο Στρατηγό… τόσες οι αστοχίες, τόσες οι καλοσύνες, τόσες οι κατραπακιές, τόσες οι δυσκολίες… Κάνε εσύ το λογαριασμό Στρατηγέ μου. Εγώ ‘ευπειθώς αναφέρω’…