
Όταν τα παιδιά είναι τα θύματα μιας κοινωνίας: σκέψεις για ένα σύστημα σε δοκιμασία
Τα πρόσφατα περιστατικά στην Ευρυτανία ανοίγουν έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τη λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ενισχυθεί το πλαίσιο προστασίας των ανηλίκων στην περιοχή. Μέσα από γεγονότα που απασχόλησαν την τοπική κοινωνία, αναδεικνύεται η ανάγκη για έναν πιο ουσιαστικό διάλογο σχετικά με τη δομή, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του «ΕΥΡΥΤΑΝΙΚΟΥ ΠΑΛΜΟΥ», πρόσφατη υπόθεση ανήλικων παιδιών έφερε στο προσκήνιο μια δύσκολη πραγματικότητα. Τρία ανήλικα αδέλφια, τα οποία ζούσαν σε ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον, βρέθηκαν τελικά χωρισμένα, με τα δύο αγόρια να οδηγούνται σε εξειδικευμένη μονάδα υγείας και το τρίτο παιδί, ένα κορίτσι στην εφηβεία, να μεταφέρεται με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ σε νοσοκομείο της Θεσσαλίας, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση σε δομή φιλοξενίας ούτε συγγενικό περιβάλλον που να μπορεί άμεσα να το υποστηρίξει μέχρι την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών.
Το περιστατικό αυτό οδηγεί σε σκέψεις για το πώς λειτουργεί στην πράξη το σύστημα παιδικής προστασίας και πώς μπορούν να ενισχυθούν οι μηχανισμοί πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης. Αναδεικνύεται η σημασία του έγκαιρου σχεδιασμού, της συνεργασίας μεταξύ υπηρεσιών και της ύπαρξης εναλλακτικών λύσεων φροντίδας, ώστε οι μεταβάσεις των ανηλίκων να γίνονται με τρόπο οργανωμένο, ασφαλή και σταθερό.
Για μια ακόμη φορά τα αντανακλαστικά του κρατικού μηχανισμού είτε σε τοπικό, είτε σε κεντρικό επίπεδο αποδεικνύονται εγκληματικά αργά, μόνο που στη συγκεκριμένη υπόθεση μιλάμε για τη ζωή τριών παιδιών, που ενώ ήταν γνωστή η οικογενειακή τους κατάσταση δεν είχε κανείς προνοήσει να βρεθεί έγκαιρα μια λύση, έστω μια θέση σε κάποιο ίδρυμα.
Οι υποθέσεις αρκετές για έναν τόσο μικρό τόπο, όπως η Ευρυτανία. Η κατάληξη δραματική κυρίως για τα παιδιά.
Στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου που αναπτύσσεται, ένα από τα ζητήματα που συζητούνται είναι και η επάρκεια των διαθέσιμων πόρων, τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και σε υποδομές. Οι ανάγκες της περιοχής, σε συνδυασμό με τις γεωγραφικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες, δημιουργούν αυξημένες απαιτήσεις για συντονισμό, ευελιξία και συνεχή υποστήριξη των υπηρεσιών.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της ύπαρξης ενός ολοκληρωμένου δικτύου προστασίας, το οποίο να περιλαμβάνει κοινωνικές υπηρεσίες, δομές φιλοξενίας, θεσμούς ανάδοχης φροντίδας, συγγενικά υποστηρικτικά δίκτυα και μηχανισμούς άμεσης ανταπόκρισης. Ένα τέτοιο δίκτυο μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία περισσότερων επιλογών φροντίδας και στη μείωση των λύσεων ανάγκης.
Ο προβληματισμός που διαμορφώνεται δεν αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη λειτουργία του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας και την ανάγκη συνεχούς βελτίωσης των πολιτικών προστασίας των ανηλίκων. Η κοινωνική φροντίδα αποτελεί έναν δυναμικό τομέα, ο οποίος απαιτεί διαρκή προσαρμογή, αξιολόγηση και ενίσχυση, ώστε να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και των οικογενειών.
Το «Παράδοξο» της Ιδρυματοποίησης
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι, ενώ η σύγχρονη παιδοψυχολογία και η νομοθεσία προκρίνουν την παραμονή του παιδιού στο συγγενικό περιβάλλον (όταν αυτό είναι ασφαλές), η έλλειψη μηχανισμών αξιολόγησης και υποστήριξης των συγγενών οδηγεί σε εύκολες αλλά καταστροφικές λύσεις.
- Αποστολή σε Ιδρύματα: Παιδιά καταλήγουν σε δομές φιλοξενίας μακριά από τον τόπο τους, ακόμη και αν υπάρχουν γιαγιάδες, παππούδες ή θείοι πρόθυμοι να τα αναλάβουν, απλώς και μόνο επειδή δεν υπάρχει το απαραίτητο προσωπικό να διενεργήσει τις κοινωνικές έρευνες και να πιστοποιήσει την καταλληλότητα των συγγενών ή να παρακολουθεί την εξέλιξη μιας φιλοξενίας.
- Νοσοκομεία ως «Σταθμοί Αναμονής»: Το πιο σκληρό πρόσωπο της γραφειοκρατίας και της υποστελέχωσης εμφανίζεται στα νοσοκομεία. Παιδιά που απομακρύνονται με εισαγγελική εντολή παραμένουν για εβδομάδες ή και μήνες σε θαλάμους νοσοκομείων –χωρίς να νοσούν– περιμένοντας να αδειάσει μια θέση σε κάποιο ίδρυμα, λόγω έλλειψης δομών επείγουσας φιλοξενίας.
Η Ευρυτανία, ένας νομός με έντονα δημογραφικά προβλήματα, βλέπει το πιο ευάλωτο κομμάτι του μέλλοντός της να ξεριζώνεται. Η απουσία ενός ισχυρού δικτύου Πρωτοβάθμιας Κοινωνικής Φροντίδας μετατρέπει την προστασία του παιδιού σε μια στεγνή διοικητική πράξη μεταφοράς από το ένα κτίριο στο άλλο, αντί για μια διαδικασία επούλωσης τραυμάτων.
Η συζήτηση που ανοίγει μέσα από τέτοιες υποθέσεις μπορεί να αποτελέσει αφορμή για έναν πιο συστηματικό διάλογο γύρω από τον ρόλο των κοινωνικών υπηρεσιών στην Ευρυτανία, με στόχο τη βελτίωση των δομών, των διαδικασιών και των μηχανισμών φροντίδας. Έναν διάλογο που δεν εστιάζει στην απόδοση ευθυνών, αλλά στη διαμόρφωση λύσεων και στη θεσμική ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας στην περιοχή.































