Η Ευρυτανία στις ‘ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ’ του Πολίτη

1940
Πολίτης

Τα Κοκάλια

Κοντά στο χωριό Λάσπη, απάνου στο βουνό, έγινε τον παλαιό καιρό μεγάλος πόλεμος και σκοτωμός. Ακόμα και τώρα, βρίσκονται εκεί πολλά κόκαλα, γι’ αυτό και τον τόπο τον έβγαλαν ‘Κοκάλια’. Οι εχθροί σκότωσαν ύστερα από τον πόλεμο κι ένα πλήθος παιδιά, κι αυτά βγαίνουν τη νύχτα και κλαίνε. Και από το κλάψιμο αυτό ονομάστηκε και το χωριό ‘Κλαψί’.

(Ευρυτανία, Φθιώτις)

Τα Τηγανισμένα Ψάρια

Άλλοτε, πριν το πάρουν οι Τούρκοι, ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο το βασίλειό μας, και είχε βασιλιά τον άι-Κωνσταντίνο. Ήταν δική μας η Πόλη και θα την πάρουμε πάλι.

Την ημέρα που πάρθηκε, ο βασιλιάς τηγάνιζε ψάρια. Κάποιος του λέει: “Βασιλιά μου, οι Τούρκοι θα πάρουν την Πόλη». Γυρίζει ο βασιλιάς και του λέει: “Τότε θα πάρ’ ο Τούρκος την Πόλη, σα ζωντανέψουνε τα ψάρια στο τηγάνι». Όσο να τελειώσει τον λόγο του ο βασιλιάς, τα ψάρια, που ήτανε τηγανισμένα από τη μία μεριά, ένα – ένα ζωντανέψανε. Πηδήξανε από το τηγάνι στη στέρνα, και κάθοντ’ ακόμη ζωντανά ως τα σήμερα, και πολλοί τα έχουν δει με τα μάτια τους, έτσι μισοτηγανισμένα και ζωντανά».

(Τρίκαλα Κορινθίας, Ευρυτανία)

Το Συμπεθερικό

Είχαν έρθει μια φορά, πάνε χρόνια και χρόνια, συμπέθεροι από το Στένωμα να πάρουν μια νύφη από το Καρπενήσι. Η νύφη ήταν ορφανή, θυγατέρα μιας φτωχής χήρας, αλλά διεστραμμένη και αχάριστη. Βρέθηκαν σύμφωνοι με τον γαμπρό και ανάγκασαν τη δυστυχισμένη τη μάνα της να τους δώσει ό,τι είχε και δεν είχε προικιά. Πήραν όλα τα πράγματα του σπιτιού, τα χαλκώματα και τη γίδα ακόμη. Έγιναν τα στεφανώματα την Κυριακή του Θωμά και ξεκίνησε το συμπεθερικό όλο για το χωριό του γαμπρού, μπροστά ο γαμπρός και η νύφη, καβάλα σε μουλάρια στολισμένα με λουλούδια και χρωματιστές κορδέλες, έπειτα με τάξη κατά την ηλικία τους, πρώτοι οι γεροντότεροι, από πίσω οι μικρότεροι, και ύστερα τα μουλάρια με τα προικιά, τα στρώματα, τα πιάτα, τα ποτήρια. Εκεί στον δρόμο, προτού να αρχίσει ο μεγάλος ανήφορος, η άπονη νύφη θυμήθηκε πως είχαν αφήσει στη μάνα της μία κλώσα με κλωσόπουλα. Έστειλε, λοιπόν, κοπέλι να την πάρει και να τη φέρει. Η χήρα η μάνα της, σαν είδε πως ήθελαν να την πάρουν ως και την κλώσα, δεν κρατήθηκε: “Πάρ’ την κλώσα” λέγει με θυμό, και “πήγαινέ τους τη”. Και από τα βάθη της ψυχής της τούς καταράστηκε: “Θε μου”, είπε, “πέτρες και λιθάρια να γίνουν όλοι!”. Και έπιασε η κατάρα της κι εμαρμάρωσαν όλοι, και φαίνονται ακόμη στο Βελούχι, ως μιάμιση ώρα μακριά από το Καρπενήσι, στο μέρος που το λες Συμπεθερικό. Εκεί δείχνουν οι βράχοι όλοι το συμπεθερικό κατά σειρά, καθώς ανέβαινε τον ανήφορο, γι’ αυτό και οι τελευταίοι είναι μικρότεροι, επειδή από πίσω επήγαιναν οι νεότεροι συμπεθέροι και τα παιδιά.

(Καρπενήσιον της Ευρυτανίας)

*Εκδόσεις Γράμματα