Η  ‘Λευκή Τρομοκρατία’ στην Ευρυτανία: Το κύμα βίας και πολιτικών διώξεων στον εμφύλιο του ‘45

796
florou

Γράφει η Αφροδίτη Φλώρου, Φιλόλογος

istoria 1
meros24 photo1 small

Στοιχεία και γεγονότα από την αιματοβαμμένη και σκοτεινή περίοδο από τη συμφωνία της Βάρκιζας στην έναρξη του εμφυλίου, το 1945-46, προσεγγίζονται στην μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία της Φιλολόγου Αφροδίτης Φλώρου, πάνω στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία. Με τον όρο ‘Λευκή Τρομοκρατία στην Ευρυτανία’,   περιγράφεται το κύμα βίας, διώξεων, πολιτικοκοινωνικής, ακόμα και φυσικής εξόντωσης, που εξαπολύθηκε την περίοδο 1945-46, εναντίον μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, του ΚΚΕ, συγγενών αυτών κι εν γένει φίλα προσκείμενων στην Αριστερά. Η τρομοκρατία αυτή ασκήθηκε κατά βάση από δεξιές και ακροδεξιές ομάδες, πρωτοστατούντων των ταγμάτων ασφαλείας, της ομάδας Χ, της εθνοφυλακής και της χωροφυλακής Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύτηκε ως απάντηση στην κόκκινη τρομοκρατία που προηγήθηκε κατά την περίοδο 1941-44 και θεωρήθηκε από πολλούς προπομπός της εμφύλιας σύρραξης 1946-49, αν όχι βασικό αίτιό της.

    Στη διάρκεια της Κατοχής ένα ισχυρό αντιστασιακό κίνημα οργανώθηκε υπό την ηγεσία του ΚΚΕ με σκοπό την απελευθέρωση από τους κατακτητές και τη δημιουργία ενός «λαοκρατικού» καθεστώτος μεταπολεμικά. Το κίνημα αυτό, το ΕΑΜ, εκτός από το να πολεμά τον εχθρό, φρόντισε μέσω της Π.Ε.Ε.Α να μεθοδεύσει τη σταδιακή ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση της ελεύθερης Ελλάδας, με ένα πρόγραμμα καινοτόμο σε όλα τα πεδία, από την εκπαίδευση μέχρι τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία.

       Στη διάρκεια της Κατοχής το ΕΑΜ ήρθε σε σύγκρουση με άλλες μικρότερες αντιστασιακές οργανώσεις και προσπάθησε να μονοπωλήσει την αντίσταση. Επίσης ορισμένες φορές εφάρμοσε καταπιεστικές πολιτικές, που προκάλεσαν δυσαρέσκεια στο λαό. Μετά την απελευθέρωση της Αθήνας τον Οκτώβριο του 1944 η αδιαλλαξία και των δύο πλευρών της εθνικής κυβέρνησης οδήγησε στα Δεκεμβριανά. Η ήττα της Αριστεράς επισφραγίστηκε με τη συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία εγγυόταν τον αφοπλισμό όλων των ένοπλων ομάδων ανεξαιρέτως και παρείχε εγγυήσεις για την ειρηνική ανασυγκρότηση της χώρας.  Η συμφωνία εντούτοις παραβιάστηκε κυρίως από τους νικητές.

        Η αποδοχή της Βάρκιζας από το ΚΚΕ απογοήτευσε μεγάλη μερίδα των αγωνιστών που θεώρησαν πως επρόκειτο για μια άδικη συνθηκολόγηση κι ένιωσαν πως βρέθηκαν εκτεθειμένοι. Ήρθε έτσι στην επιφάνεια ένα βαθύ χάσμα μεταξύ ηγεσίας και βάσης.  Παρά τη διάθεση συμβιβασμού του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, μετά την ήττα τους στα Δεκεμβριανά και τη συμφωνία της Βάρκιζας η αντίδραση κράτους και παρακράτους δεν άργησε να εκδηλωθεί. Σταδιακά δημιουργήθηκε ένα νέο εθνικό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο ο αγώνας της Αριστεράς υπήρξε αντεθνικός, μη πατριωτικός, με απώτερο στόχο τον κομμουνισμό ή και τον πανσλαβισμό.

Τα κόκκινα εγκλήματα

    Τα κόκκινα εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Ευρυτανία φαίνεται ότι δεν σχεδιάστηκαν κεντρικά από την ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Διεπράχθησαν από  ανθρώπους ψυχικά τραυματισμένους, γεμάτους συμπλέγματα, που τους δόθηκε η ευκαιρία να κάνουν επίδειξη ισχύος. Ο Σαράφης μνημονεύει περιστατικό στη Θεσσαλία κατά το οποίο έπιασε τον Άρη να δέρνει έναν τσέλιγκα. Όταν τον έψεξε λέγοντάς του πως δεν έκαναν το αντάρτικο για να φέρονται όπως ο Μανιαδάκης, ο Άρης του απάντησε: «Έχεις δίκιο, αλλά δεν ξέρεις τι μου κόστισαν εμένα τα βασανιστήρια του Μανιαδάκη.» Βέβαια η ευθύνη για την ανεξέλεγκτη δράση ορισμένων μελών του ΕΛΑΣ βαραίνει το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, που εξόπλισαν έτσι αλόγιστα ανθρώπους επικίνδυνους, και που σε στιγμές που έπρεπε να επιβάλλουν την τάξη έδωσαν χώρο στην ατιμωρησία.

      Τα τελευταία χρόνια στο διάλογο για τον Εμφύλιο μεταξύ ιστορικών και πολιτικών επιστημόνων η λευκή τρομοκρατία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της κόκκινης τρομοκρατίας στην Κατοχή και με αυτό τον τρόπο έχει νομιμοποιηθεί. Στην Ευρυτανία  όμως το ΕΑΜ δεν λειτούργησε ιδιαίτερα καταπιεστικά ή εγκληματικά, ώστε αυτό να δικαιολογεί τη μεγάλη έκταση που έλαβε στο νομό η λευκή τρομοκρατία εναντίον του.

      Στην Ευρυτανία  αντίθετα η λευκή τρομοκρατία οργανώθηκε από δεξιές ομάδες με τη συνεργασία του κράτους και την ανοχή των Άγγλων. Φορείς της λευκής τρομοκρατίας ήταν η εθνοφυλακή, η χωροφυλακή, τα τάγματα ασφαλείας, η ομάδα Χ, οι κατά τόπους φιλοβασιλικές οργανώσεις, καθώς και συμμορίες που λυμαίνονταν την ύπαιθρο. Σκοπός των δεξιών ομάδων και του κράτους ήταν όχι μόνο να τιμωρήσουν την Αριστερά για τις δικές της ανομίες την περίοδο της Κατοχής αλλά να την καταδιώξουν, να τη φθείρουν, να την περιθωριοποιήσουν και να την εξοντώσουν, καθώς γνώριζαν πως εξακολουθούσε να αποτελεί ισχυρό πολιτικό αντίπαλο με μεγάλη λαϊκή αποδοχή.

     Στην Ευρυτανία, όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, η λευκή τρομοκρατία ήταν οργανωμένη στην ιδεολογική βάση της εξάλειψης του κομμουνισμού. Το κράτος συστηματικά και μεθοδευμένα έθεσε στην υπηρεσία του σκοπού αυτού όλα του τα όργανα, θεσμικά και εξωθεσμικά. Η χωροφυλακή, η εθνοφυλακή, η ομάδα Χ, οι κατά τόπους ομάδες των βασιλοφρόνων καθώς και οι παρακρατικές συμμορίες στα βουνά δεν δίσταζαν να παραδεχτούν ότι συνεργάζονται με το επίσημο κράτος, οι οποίοι δρούσαν και με την ανοχή των Βρετανών.

     Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ προσπάθησε να επιβάλλει την τάξη σε καιρό πολέμου, μεσούσης μιας έκρυθμης κατάστασης και σε μια ύπαιθρο που δε γνώριζε από νόμους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν λογικό τα μέλη του να υπερβαίνουν τα όρια καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν δύο μέτωπα: την επιβολή της τάξης στην ύπαιθρο και την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα. Αντίθετα η λευκή τρομοκρατία αναπτύχθηκε σε καιρό ειρήνης. Η νικώσα Δεξιά είχε στα χέρια της νόμους και συμφωνίες που δέσμευαν την Αριστερά η οποία δεν φαινόταν πρόθυμη να αντιδράσει αν η Βάρκιζα τηρούταν. Ωστόσο επέλεξε να υποδαυλίσει την κατάσταση. Στην Ευρυτανία, ιδίως κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι του ’46, η λευκή τρομοκρατία πήρε διαστάσεις δυσανάλογες σε σχέση με ό,τι είχε προηγηθεί.  Η επιδείνωση αυτή ξεκίνησε όταν στη δίωξη της Αριστεράς συνεργάστηκε και το επίσημο κράτος. Καθοριστικής σημασίας φαίνεται πως ήταν αφενός η πόλωση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ Καρπενησίου – που σταδιακά συγκέντρωνε τους οπαδούς της Δεξιάς- και υπαίθρου – όπου η Αριστερά είχε πάρει και πάλι τα όπλα- και αφετέρου η σταδιακή οργάνωση του Δημοκρατικού Στρατού που καθιστούσε εμφανές πως η ανοχή και η αδράνεια έφταναν στο τέλος τους. Το διακύβευμα λοιπόν κράτους και παρακράτους δεν ήταν να τιμωρήσουν παραδειγματικά εγκλήματα που αποτελούσαν παρελθόν, αλλά να αποφύγουν μια εκ νέου αναζωπύρωση του αντάρτικου που, ιδίως στα ευρυτανικά βουνά, θα δυσκολεύονταν πολύ να αντιμετωπίσουν.

     Η λευκή τρομοκρατία, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Ευρυτανίας, δεν ήταν μια αυθόρμητη λαϊκή απάντηση στην κόκκινη βία κι αυτό προκύπτει άμεσα από τη διαπίστωση ότι τα εγκλήματα λευκής τρομοκρατίας δεν ήταν πράξεις εκδίκησης ως προς τα κόκκινα εγκλήματα.  Η κόκκινη τρομοκρατία στην Ευρυτανία συνεπώς δεν συνδέεται με τη λευκή,  τουλάχιστον στο βαθμό που συνδέεται σε άλλες περιοχές. Η λευκή τρομοκρατία στην περιοχή αυτή συνδέεται με τις εξελίξεις μετά τα Δεκεμβριανά και τη Βάρκιζα.  Η λευκή τρομοκρατία μεθοδεύτηκε από το κράτος με τη βοήθεια του παρακράτους, εργαλειοποιώντας την όποια προϋπάρχουσα έχθρα έναντι της Αριστεράς, με σκοπό την εκδίωξή της, την περιθωριοποίησή της και τον πολιτικό αφανισμό της.