Το χοσμάρ

182
chouliaras

Πλανάται όποιος νομίζει ότι οι βλάχοι έζων ζωήν στερημένην και ήταν καρμίρηδες και κακόμοιροι. Όλο το καλοκαίρι από το Μάη μέχρι τον Οχτώβρη την έβγαζαν ζέφκι. Στις ομάλιες των γυμνοκορφών και στις λούφες των λόγγων και των φαράγγων, τυλιγμένοι στις κάπες τους κοιμούνταν και ενίοτε ηδυπαθώς αμάρτανον. Περί το τέλος του Μάη, που τα χορτάρια αφθονούσαν κι οι καλοκαιριάτικες ευδίες κατέφθανον, οι βλάχοι βίωναν, μαζί τα σκυλιά τους, το δικό τους γαλακτοκομικό λιτσάρι. Τα γάλατα έρεον πανταχόθεν και τα βουτύρατα γέμιζαν τα ταλάρια τους.

image

Όλα τούτα ήταν μια τίμια και φυσική ευμάρεια, που δεν είχε καμιά σχέση με την πρόσφατη λαμογειακή ευδαιμονία των ψευτών και των κλεφτών, με την οποία η αθάνατη φυλή μας πήρε το αίμα της πίσω για τους ψωροκωσταινικούς αιώνες, που την ταλάνισαν. Τότε η αβροδίαιτη καλοπέραση ήταν προνόμιο των αφεντάδων και των κατακτητών. Μια χαρμόσυνη ανάμνηση της Οθωμανικής μας ευδαιμονίας είναι το hosmerim (τουρκιστί), χοσμάρ στην ελληνική, ως τούρκικο δάνειο.

Το ψητό κρέας από τ΄ αρνοκάτσικα και τις στερφοπροβατίνες ήταν το, κατά διαστήματα, επαναλαμβανόμενο εκλεκτό γαστριμαργικόν έδεσμα και το χοσμάρ το εποχιακόν ανεπανάληπτον τερψιλαρύγγιον. Η Αγία Παρασκευή, σαν σήμερα, ετιμάτο με μεγαλοπρέπεια, οπωσδήποτε με ψητό αλλά και με χουσμάρ, από όλη τη βλαχουργιά. Λένε ότι οι πονηροί βλάχοι στις γιορτές που έκαναν, έφτιαχναν μπόλικο χοσμάρ και το πρόσφεραν ως προδόρπιο, όχι τόσο για να ευχαριστήσουν τους καλεσμένους τους, αλλά για να τους κοπεί λίγο η πείνα, να γκοθούνε δηλαδή, ώστε να μπορέσει να φτάσει το ψητό κρέας για όλους. Οι άσπονδοι φίλοι μας οι Τούρκοι είχαν ξεκουμπιστεί εκατόν είκοσι χρόνια πριν τη γέννησή μου, κι επίσης εγώ δεν ήμουν γόνος των ευδαιμονούντων βλάχων με αποτέλεσμα να μην ξέρω τι είναι το χοσμάρ.

Το έμαθα λεπτομερώς και περιπετειωδώς, όταν υπήρξα αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυς ενός συζυγικού τσοπάνικου σκυλοκαβγά. Μια μέρα ο Νόντας, εις επήκοον της γυναίκας του Σολτάνας, αναφέρθηκε στο άγνωστο σε μένα χοσμάρ και τον ρώτησα τι είναι και μου εξήγησε: «Εμείς στην οικογένειά μας, τέτοια εποχή (ήταν αρχές καλοκαιριού), που μας περίσσευε το γάλα, παίρναμε ελαφρώς ξινισμένο χλωροτύρι, το βράζαμε σ΄ ένα κακάβι με φρέσκο γάλα και καλαμποκάλευρο και γινόταν ένα πράμα να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Το σολταναίικο δεν τα ΄ξερε αυτά». Τότε οργίλη η Σολτάνα του επιτέθηκε: «Τι μας λες μωρε ξενησκωμένε γυμνοπ΄τσώλ΄ εσείς το λίγο γάλα που είχατε το κάνατε χουσμάρ και μετά διακονεύατε για να φάτε». Ήταν η περίπτωση που το «Σολταναίικο» ήταν μια νοικοκυρεμένη Αλβανία και το «Νονταίικο» μια αμαρτωλή Ελλάς των δανεικών και της καλοπέρασης.