Γράφει ο Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος

Συγγραφέας, Αρθρογράφος & Ραδιοφωνικός Παραγωγός, theofanhspap@outlook.com

Συνέχεια…

[…] «Αλλ’ άμα έφθασεν εις το δωμάτιον, η λύπη του διεσκεδάσθη, και τώρα εξηπλωμένος επί της κλίνης του  ερρέμβαζε κι επαρηγορείτο, σκεπτόμενος ότι αυτός ήτο αναμφιβόλως ο ευδαιμονέστερος, διότι χωρίς να παρευρίσκεται εις καμμίαν διασκέδασιν, μετείχε τριών η τεσσάρων συγχρόνως. Ήκουε τον απερίγραπτον θόρυβον της οικίας, όστις μόνος του ήξιζε δια τρεις ή τέσσαρας εορτάς, κι εχόρευε μετά της κλίνης του ακουσίως νανουριζόμενος από τα άσματα, την μουσικήν και τας ορχήσεις. Είτα κατά το διάλειμμα του χορού, ήκουσε το μελαγχολικόν άσμα και την κιθάρα εις την οδόν, και λησμονήσας εαυτόν, ηρώτα μέσα του: «Δεν έχουν τάχα πού ν’ αποκρέψουν, οι δυστυχισμένοι;» Είτα πάλιν εσκέφθη: «Αναμφιβόλως θα έχουν πού ν’ αποκρέψουν, αλλά προτιμούν να βλέπουν τα φωτισμένα παράθυρα». Έπειτα ήκουε και άσμα και χορόν  εντόπιον εις δύο γειτονικάς οικίας. Ιδού, όλων αυτών των διασκεδάσεων μετείχε, χωρίς να είναι παρών. Έλεγε δε καθ’ εαυτόν «Χωρίς άλλο διά να εκτιμήσει τις μουσικήν και χορόν, πρέπει να είναι ακροατής μακρόθεν. Από σιμά ο γινόμενος θόρυβος εκκωφαίνει τα ώτα και εκπτοεί την κρίσιν». Αίφνης ησθάνθη παραδόξως εις τους αλγούντας οδόντας του κάτι ως αιμωδίασιν, και ενθυμηθείς τον μύθον εψιθύρισεν: «Όμφακες εισί».
Αλλ’ ιδού ακούει κάτω από τας πόδας το και άλλον θόρυβον και άλλην διασκέδασιν. Εχόρευον τον συρτόν ή τον καλαματιανόν, κι ετραγουδούσαν το «Μαύρο γεμενί» και το «Μύλο της θειας μου της Κοντύλως».
Υπό τους πόδας του ακριβώς, κατώκει εις το ισόγειον η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της, της Μαρουσώς. Φαίνεται ότι την εσπέραν εκείνην είχαν κάμει αγάπην και αι τρεις, με την Λεμονού και την Χρίσταιναν, μετά της Φρόσως και της Γεώργαινας και του συζύγου της, και είχαν αποφασίσει «ν’ αποκρέψουν» ομού. Τώρα δε, αφού έφαγαν, είχαν στήσει και αυταί τον χορόν, είς ανήρ και πέντε γυναίκες, με τρία μικρά παιδία. Ενωρίς ακόμη, όταν ο Σπύρος είχεν έλθει από το μαγειρείον, όπου έφαγε, μόλις ανέβη εις το δωμάτιον του, και ήναψε την λάμπαν, ακούει ελαφρόν κτύπον εις την θύραν του. Ο πρόδρομος ήτο ακόμη γαλήνιος, διότι δεν είχαν αρχίσει να επέρχονται τα κύματα των προσκεκλημένων. Ο Σπύρος ενόμισεν ότι θα ήτο η κυρία Ζαχαρού, και ότι θα ήλθε δια να επαναλάβει προς αυτόν την πρόσκλησιν, ήν του είχαν κάμει ήδη αι κόραι της. Εσπευσε ν’ ανοίξει. Ηπατάτο, δεν ήτο η γραία. Ήτο η Μαρούσα, η ψυχοκόρη της Σταματούλας, δεκατεσσάρων ετών κορασίς, μελαγχροινή, νόστιμη, με μάυρα όμματα, με λευκόν μανδήλιον περί την κεφαλήν, την οποίαν προ δύο ετών, όταν ήτο μαθητής του γυμνασίου και κατώκει εις γειτονικόν δωμάτιον, ενθυμείτο μικράν άσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, αληθές «γυφτοκόνισμα», και ήτις τώρα είχε «ξετρίψει» κι εγίνετο ωραία. Ήτο δευτέρα ή τρίτη φορά καθ’ ην η μικρά ανέβαινεν εις το δωμάτιόν του. Είχεν έλθει άλλας δύο φοράς δια να λάβει τα προς πλύσιν ενδύματα του, ή δια να φέρει πλυμένα δια των χειρών της θετής μητρός της. Και την φοράν ταύτην, ο Σπύρος ενόμισεν ότι ήλθε να του ζητήσει ρούχα, και ήτο έτοιμος να την ερωτήσει: «Θα πλύνει αύριο η μάννα σου, Καθαρή Δευτέρα;»

Συνεχίζεται*