Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς ,Χρονογραφήματα,Τα καρύδια.

0
5761

 

Φέτος μέσα στα τόσα καλά που μας… βρήκαν, μπορούμε να προσθέσουμε κι ένα ακόμα. Οι καρυδιές έχουν καρύδια, δεν τις χάλασε ο πάγος, όμως δεν έχουμε και ιδιαίτερη αφθονία, δεν τα κάλεσε η άνοιξη, όπως έλεγαν παλιότερα.

Από μια άποψη ότι είναι η ελιές για τους κάμπους ήταν οι καρυδιές για τα βουνά. Ευδοκιμεί και σε χαμηλά υψόμετρα, όμως τα καρύδια τους δεν έχουν το λάδι, το άρωμα και την γεύση των ορεινών (και τούτο εκ χειλέων επαΐοντος).

Πριν δέκα χρόνια, τότε που οι Καρπενησιώτες –και όχι μόνον- δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα των δανεικών, θυμάμαι τις καρυδιές να τσακίζονται από καρύδια αλλά κανένας δεν τσάκιζε τη μέση του να τα μαζέψει. Τα καταστήματα πουλούσαν σάπια και πολυχρονισμένα καρύδια Αργεντινής και ΗΠΑ και τα δικά μας αρωμάτιζαν και σάπιζαν στις πλαγιές και στα λόγγια μας. Φέτος ίσως αλλάξουν λίγο τα πράγματα. Η κρίση. Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

Πριν πενήντα χρόνια τα καρύδια είχαν καλή τιμή και έβαζαν αρκετά χρήματα στις άδειες τσέπες των κατοίκων των χωριών μας. Θυμάμαι τεράστιες αιωνόβιες καρυδιές σκίαζαν τις βαθύσκιες ρεματιές και τέτοια εποχή πολλοί τιναχτές επιβεβαίωναν τη… θεωρία του Δαρβίνου, περί καταγωγής μας από τους πιθήκους. Όμως κάτι η καλή τιμή του ξύλου της καρυδιάς, κάτι οι αμαξιτοί δρόμοι που ανοίχτηκαν, κάτι τα αλυσοπρίονα που εμφανίστηκαν, εξαφάνισαν αυτούς τους προαιώνιους τροφούς του ανθρώπου και παράλληλα θαυμαστά μνημεία της φύσης. Θεόκτιστοι άντρες με γοζίλες, λοστούς και τριχιές οδηγούσαν τους τεράστιους καρυδοκορμούς στους αμαξιτούς δρόμους.

Θεόσταλτο δέντρο η καρυδιά. Πολλά άγρια ζώα τσιμπολογούσαν κι απαλλοτρίωναν τη μερίδα τους από την ανθρώπινη ιδιοκτησιακή αρπακτικότητα. Βερβέρες, ποντίκια, νυφίτσες αλλά και αγριογούρουνα και τρυποκάρυδοι αυτήν την εποχή είχαν το μεγάλο μπαϊράμ τους.

Εμείς τα παιδιά, ως ένα κομμάτι του πάζλ της ευρυτανικής βιοποικιλότητας δεν υστερούσαμε καθόλου σε επαναστατικές απαλλοτριώσεις καρυδιών. Αυτήν την εποχή οι νοικοκυραίοι των καρυδιών αγρυπνούσαν και οι πρεδάρηδες δεν έστρωναν κώλο. Συλλογή καρυδιών από ατίναχτες καρυδιές απαγορευόταν αυστηρά, όμως επιτρεπόταν η συλλογή όσων καρυδιών έμεναν στη καρυδιά μετά το τίναγμα. Με το πρώτο ανεμοβρόχι έπεφταν και πολλοί τριγύριζαν από τα χαράματα και τα μάζευαν, με πρώτους και καλύτερους βέβαια τους πιστιρικάδες.

Στο τέλος της σαιζόν πολλοί από μας είτε ως προϊόν κλοπής, είτε ως κοκολόι των τιναγμένων καρυδιών, είτε ως κερδισμένα καρύδια με τα διάφορα παιγνίδια δεξιότητας και τύχης που παίζαμε, διαθέταμε στο εμπόριο μια σοβαρή ποσότητα καρυδιών και εισπράτταμε ένα καλό ποσό το οποίο ενθυλακώναμε. Κανένας γονιός δεν είχε το δικαίωμα απαλλοτρίωσης τούτου. Η εποχή των καρυδιών έχει εγγραφεί μέσα μας με ανεξίτηλα χρώματα. Γέμιζαν την κοιλιά μας με νόστιμο καρπό και την τσέπη μας με σοβαρό χρηματικό ποσό, από τις εμπορικές μας συναλλαγές.

Μαύριζαν τα χέρια από το ξεμπούλτσιασμα και φώτιζε η ψυχή μας με τα θορυβώδη κι επεισοδιακά παιγνίδια. Οι βώλοι ήτανε δύο ειδών. Ο στρόγγυλος και σχετικά μεγάλος, ο λεγόμενος γούργουλας και ο μακρουλός και μεγάλος, ο λεγόμενος μπιχτιάς ή μπίχτης. Ο πρώτος έβρισκε το στόχο του με κύλιση κι ο δεύτερος με πυροβολική βολή.

Αλλοίμονο στους ιδιοκτήτες, που οι καρυδιές τους έκαναν τέτοια καρύδια.