Χρονογραφήματα Η Μπελαρούς

0
457

Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς

Η βιομηχανική εποχή εισέβαλε με τρόπο βάρβαρο στα βουνά μας. Προπομπός ήταν η μπουλντόζα, που άνοιγε δρόμους για να ρθει ο νέος πολιτισμός. Για μας η μπουλντόζα ήταν το θηρίο των “χιλίων κασμάδων”, όπως το βαφτίζαμε επηρεασμένοι από το “Mικρό σερίφη” που διαβάζαμε και ο μπουλντοζέρης ένα επάγγελμα που ερχόταν από το μέλλον.
Το κρατικό Δασαρχείο ήταν ο βασικός μοχλός «ανάπτυξης» της περιοχής τυπικά κόντρα στον, δια πυρός και σιδήρου, θριαμβεύοντα εκείνη την εποχή φιλελεύθερο καπιταλισμό των αστικών περιοχών και των κάμπων. Βέβαια η αλήθεια αποκαταστάθηκε σήμερα, που φάνηκε ξεκάθαρα ότι στόχος δεν ήταν η ανάπτυξη, αλλά η επιτάχυνση της εγκατάλειψης των βουνών από τους αρειμάνιους ορεσίβιους. Τα δημόσια έργα που εκτελούνταν στην περιοχή, μύησαν –και γλύκαναν- τους τσοπαναραίους της ανταλλακτικής οικονομίας στο χρήμα και οι μπουλντόζες άνοιξαν δρόμους για να φύγουν οι ιθαγενείς κι όχι να έρθει η ανάπτυξη.
Έτσι και γω ένα καλοκαίρι της δεκαετίας του ΄70, ως σπουδάζων νεολαίος, δούλεψα νυχτοφύλακας μιας μπουλντόζας CATERPILAR ιδιοκτησίας του Δασαρχείου. Ήταν ακριβό μηχάνημα και έχριζε νυχτοφύλαξης, βέβαια τι να κλέψει κανείς από μια μπουλντόζα το μαχαίρι ή τα ακριβά αξεσουάρ της. Όμως δεν πειράζει βρήκα εγώ νυχτοκάματο, ώστε να μπορώ να επιδίδομαι και στα πνευματικά μου έργα. Επί ένα καλοκαίρι έζησα ερημίτης στις
υπώρειες της Σαράνταινας.
Ένα άλλο καλοκαίρι, της ίδιας δεκαετίας, το εκμέτρησα ως βοηθός μπουλντοζιέρη σε μια
σοβιετική BELARUS. Την είχε προμηθευτεί το ελληνικό Δημόσιο, όχι με χρήματα, αλλά με το
πρωτόγονο σύστημα ανταλλαγής προϊόντων (κλήριγκ). Τους δώσαμε καπνό και μας έδωσαν
μπουλντόζες. Η ωραία μας belarus ήταν μια ογκώδης και δυνατή μπουλντόζα, όμως είχε ένα ελάττωμα: χαλούσε συνέχεια κι έβγαζε καπνό, που ντούχνιαζαν οι πλαγιές και τα φαράγγια και βέβαια κατανάλωνε ημερησίως μια πετρελαιοπηγή του Μπακού. Ο μπουλντοζιέρης είχε άλλο ελάττωμα: έβριζε ασυστόλως και αδιαλείπτως. Όταν αγαναχτούσε με τη κούκλα του –όπως την έλεγε- έβριζε τους αγίους κατ΄ αλφαβητική σειρά. Όμως είχε ένα πρόβλημα δεν έβρισκε άγιο από Ψ. Ως βοηθός του ανέλαβα δράση. Έψαξα στα χαρτιά μου και τον βρήκα, ήταν ο Άγιος Ψόης. Με μεγάλη χαρά άρχισε να τον βρίζει “κατά συρροήν και κατ΄
εξακολούθησιν”, όμως δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Από τότε άλλαξε τον υβριστικό του χαβά. Μετά τις κλασσικές βρισιές συμπλήρωνε: “καπνό τους δώσαμε, καπνό μας έδωσαν! Τώρα όμως παρήλθαν εκείνοι οι χρόνοι, όπου το αχολόγημα των τζιτζικιών, τα κελαηδίσματα των πουλιών, τα τραγούδια των ποιμενίδων και το αχό των κυπροκούδουνων, διέκοπτε το μούγκρισμα των προωθητήρων γαιών, όπως ελληνιστί έλεγαν τις μπουλντόζες οι μορφωμένοι. Σήμερα που και που μόνο το χλιβό μοιρολόγι του γκιώνη διακόπτη την νεκροταφειακή σιγή των βουνών και των λόγγων μας.