Χρονογραφήματα Τα κουρήτια της εξουσίας

0
441

Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς

Πάντα τα ζώα του ορεινού αγρότη ήταν πιο καλοταϊσμένα από τον ίδιον. Τα εργαλεία εκτροφής τους είχαν μια ευρεία αλληγορία στις καθημερινές του κουβέντες και μια ιδιαίτερη σημειολογία στην εκτίμηση διαφόρων καταστάσεων.

Πρώτο και καλύτερο σύμβολο παραδόπιστης κατάκτησης και  άπληστης διαχείρισης τα εξουσίας ήταν ο γουρουνοκουρήτος. Το γουρούνι ήταν εικόνα και ομοίωση των διαχειριστών της Εξουσίας. 

Ο κουρήτος ήταν η μεγάλη τσανάκα του σιτευτού χοίρου, τον οποίον λυμαινόταν μόνος –αυτοκρατορικά- μέχρι να του κόψουν το κεφάλι. Ήταν πέτρινος γιατί τους ξύλινους εύκολα τους αναποδογύριζε και στις μεγάλες πείνες τους έτρωγε κιόλας.

Όταν έρχονταν εκλογές έλεγαν: Όλοι οι πολιτικοί παλεύουν για τον κουρήτο. Τούτοι, σε αντίθεση με τον μοναχοφάη χοίρο, λυμαίνονται τον κουρήτο –υποτίθεται- δημοκρατικά, εναλλασσόμενοι και με άλλον λυμεώνα του κουρήτου. Κυρίαρχο σύνθημα της αντιπολίτευσης σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ήταν “θα τ΄ς τον απ΄στομίσουμε τον κουρήτο”.

Δεύτερος ήσσονος σημασίας κουρήτος ήταν ο ορνιθοκουρήτος. Τούτος ήταν ξύλινος ή πέτρινος, τον οποίον συνήθως γέμιζαν νερό και έπιναν οι κότες. Αυτές κάθε γουλιά που έπιναν σήκωναν –και σηκώνουν- το κεφάλι ψηλά σαν να κοιτάνε τον ουρανό. Με βάση αυτό έβγαλαν την παροιμία: “η κότα πίνει νερό και κοιτάει και το θεό”. Βέβαια τούτο δε τόλεγαν από θρησκευτικότητα, αλλά για να τονίσουν το μεγάλο αμάρτημα της αχαριστίας όταν ο ρουσφετολήπτης δεν ψήφιζε τον ρουσφετοδότη του.

Είναι γνωστές οι διαβόητες καραπιπεροσφαλιάρες για ανάλογες περιπτώσεις. Και βέβαια ο κάθε σφαλιαροκαραπιπέρης έχει κι αυτός τα δίκια του, γιατί τις περισσότερες φορές ο ρουσφετολήπτης υπήκοος φέρεται “αχάριστα” όταν βλέπει ότι η γούρνα του ρουσφετοδότη του αδειάζει, και αυτός -ως καλός μπάκακας- μεταπηδάει στη γούρνα του αντιπάλου που γεμίζει.

Τρίτο ποιμενικό σύμβολο κακοδιαχείρισης των αγαθών -και της Εξουσίας παραπέρα- ήταν το λιτσιάρι. Τούτο ήταν μια γούρνα στο έδαφος στεγανοποιημένη με γλίνα. Εκεί οι βλάχοι πετούσαν διάφορα γαλακτοκομικά υπολείμματα, όπου τα σκυλιά τα έτρωγαν αγελαίως και πανδαιμονικώς. Στην τσοπάνικη αλληγορία υπονοούσε σπάταλη, ιδιοτελής και άναρχη διαχείριση. Τα κουτάβια που δεν τάβγαζαν πέρα στο σκυλοανταγωνισμό τα τάιζαν σε μικρά κουρήτια, τα κουρτσέλια.

Γενικά οι άρχοντες λυμαίνονται τον πάντα γεμάτο γουρουνοκουρήτο και οι αρχόμενοι το λιτσιάρι, το οποίο σε περιόδους κρίσης είναι άδειο και στεγνό –όπως τώρα καλή ώρα. Το ενδιάμεσο στρώμα των γλυφτών και των κομματόσκυλων λυμαίνεται την εξουσία με όρους ορνιθοκουρήτου. Οι διάφορες Νεολαίες των κομμάτων Εξουσίας βολεύονται και εκπαιδεύονται με τα κουρτσέλια, ώσπου να μεταπηδήσουν στον μεγάλο γουρουνοκουρήτο.