
Με πανηγυρικούς τόνους εγκρίθηκαν από το Περιφερειακό Συμβούλιο Στερεάς Ελλάδας τα Προγράμματα Τουριστικής Προβολής για το 2026 και για την τριετία 2026-2028, συνολικού ύψους άνω των 3,3 εκατ. ευρώ. Για ακόμη μία φορά, όμως, πίσω από τους εντυπωσιακούς προϋπολογισμούς και τις γενικόλογες εξαγγελίες, παραμένει αναπάντητο το βασικό ερώτημα: ποιον τελικά ωφελεί αυτή η τουριστική πολιτική και ποιον αφήνει στο περιθώριο;
Οι δράσεις που περιλαμβάνονται είναι γνωστές από αντίστοιχα προγράμματα προηγούμενων ετών: συμμετοχή σε εκθέσεις, ενίσχυση της ψηφιακής παρουσίας, διαφήμιση σε εγχώρια και διεθνή μέσα, διοργάνωση press και fam trips, δημιουργία θεματικών διαδρομών, οπτικοακουστικό υλικό, καθώς και συμμετοχή σε διεθνή δίκτυα. Σημαντική καινοτομία αποτελεί η πρόβλεψη για Δημιουργία Οργανισμού Διαχείρισης Προορισμού (DMO), ο οποίος φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως επιστημονικός και τεχνικός βραχίονας της Περιφέρειας στον τουριστικό σχεδιασμό.
Ωστόσο, παρά τη θετική εικόνα που παρουσιάζεται, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα της αποτελεσματικότητας και της μετρήσιμης προστιθέμενης αξίας των δράσεων αυτών. Οι υψηλοί προϋπολογισμοί γεννούν εύλογα την ανάγκη για σαφείς δείκτες αξιολόγησης, ώστε να διαπιστώνεται αν η τουριστική προβολή μεταφράζεται σε ουσιαστικό όφελος για τις τοπικές κοινωνίες ή αν περιορίζεται σε επαναλαμβανόμενες πρακτικές προβολής.
Τα στοιχεία του 2024 που παρουσιάστηκαν είναι αναμφίβολα ενθαρρυντικά:
- αύξηση επισκέψεων κατά 7,2%,
- εντυπωσιακή άνοδος των εισπράξεων κατά 32%,
- αύξηση της μέσης δαπάνης ανά επίσκεψη κατά 24% και
- σημαντική βελτίωση της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση κατά 46%.
Παρά τα θετικά μεγέθη, η πρόκληση παραμένει διπλή: αφενός η ισόρροπη γεωγραφική κατανομή των ωφελειών, ώστε να μην ευνοούνται μόνο συγκεκριμένοι, ήδη ανεπτυγμένοι προορισμοί, και αφετέρου η μετάβαση από την προβολή στην ουσιαστική βιώσιμη ανάπτυξη. Η ενίσχυση υποδομών, η στήριξη μικρών τουριστικών επιχειρήσεων και η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος δεν μπορούν να υποκατασταθούν μόνο από καμπάνιες και ψηφιακή εξωστρέφεια.
Το Τριετές Πρόγραμμα Τουριστικής Προβολής 2026-2028 εγκρίθηκε, όπως προβλέπεται, και ως αναγκαία προϋπόθεση για τη συμμετοχή της Περιφέρειας σε χρηματοδοτικά εργαλεία του ΕΣΠΑ 2021-2027 και άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα. Ως εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμού, θέτει το πλαίσιο και τις κατευθύνσεις της επόμενης τριετίας, όμως η πραγματική του αξία θα κριθεί από τη συνέπεια στην υλοποίηση και τη διαφάνεια στη διαχείριση των πόρων.
Η Περιφέρεια μιλά για στρατηγικό σχεδιασμό, βιωσιμότητα, ψηφιακή μετάβαση και διεθνή δίκτυα. Όμως για την Ευρυτανία, έναν από τους πιο ορεινούς, απομονωμένους και δημογραφικά πιεσμένους νομούς της χώρας, τα παραπάνω ακούγονται περισσότερο ως επικοινωνιακό αφήγημα και λιγότερο ως χειροπιαστή πολιτική.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η απουσία ξεκάθαρης κατανομής πόρων ανά Περιφερειακή Ενότητα. Πόσα από τα εκατομμύρια αυτά θα κατευθυνθούν πραγματικά στην Ευρυτανία; Ποια έργα είναι δεσμευτικά και ποια απλώς ευχές; Η εμπειρία δείχνει ότι οι ορεινοί νομοί συχνά μένουν με υποσχέσεις, ενώ οι πόροι απορροφώνται από τους «ισχυρούς» προορισμούς.
Η Περιφέρεια μιλά για βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά βιωσιμότητα χωρίς υποδομές δεν υπάρχει. Χωρίς σύγχρονο οδικό δίκτυο, χωρίς στήριξη της ορεινής φιλοξενίας, χωρίς θεματικά προϊόντα τεσσάρων εποχών, καμία τουριστική καμπάνια δεν μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα της Ευρυτανίας. Η προβολή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική.
Το τριετές πρόγραμμα παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για συμμετοχή σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία. Όμως και εδώ το ερώτημα παραμένει: ποιοι Δήμοι έχουν τη διοικητική δυνατότητα να ωφεληθούν; Η Ευρυτανία, με υποστελεχωμένους Δήμους και υπηρεσίες, κινδυνεύει για ακόμη μία φορά να μείνει εκτός, ενώ τα κονδύλια θα απορροφηθούν αλλού, όπως συμβαίνει συνήθως ή θα χαθούν.






























