
Η αρχοντιά της παλιάς Αθήνας και η απλότητα της Ευρυτανίας μέσα από τη ζωή της Φανής Δασκαλοπούλου
Η ζωή της αείμνηστης Φανής Δασκαλοπούλου, συζύγου του Ευθύμιου Δασκαλόπουλου με καταγωγή από το Μεγάλο Χωριό Ευρυτανίας, μοιάζει με κινηματογραφική ταινία μιας Ελλάδας που χάθηκε. Μιας Ελλάδας που ξεκινούσε από τα αρχοντικά σαλόνια της προπολεμικής Αθήνας, περνούσε μέσα από τις στάχτες του πολέμου και κατέληγε στις αυλές, στα πανηγύρια και στις μυρωδιές της ευρυτανικής γης.
Πιανίστρια με σπάνια παιδεία και λεπτότητα, έζησε ανάμεσα σε προσωπικότητες της εποχής, ενώ υπήρξε και πιανίστρια του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Παράλληλα, η ζωή τη συνέδεσε οικογενειακά με τη σπουδαία Μαρινέλλα, καθώς ο εγγονός της Τίμος Δασκαλόπουλος είναι σύζυγος της κόρης της μεγάλης Ελληνίδας τραγουδίστριας.
Πίσω όμως από τις κοινωνικές γνωριμίες και τις κοσμικές αναφορές, η κυρία Φανή υπήρξε μια γυναίκα βαθιά ευαίσθητη, γεμάτη αναμνήσεις και αντιθέσεις. Από τη μια η αυστηρή μεγαλοαστική Αθήνα με τα γάντια, τις ομπρέλες και τα μακριά φορέματα· από την άλλη το αυλάκι του χωριού, τα ξύλα για το χειμώνα και τα πανηγύρια του Μεγάλου Χωριού.

Η ίδια, μέσα από τη σύντομη αυτοβιογραφία της, περιγράφει με γλαφυρότητα μια ολόκληρη εποχή:
«Μόνο για ξεκινώντας την ιστορία θα ήθελα να σας μιλήσω για την ωραία Αθήνα, την αρχόντισσα της Ελλάδος όπως τη γνώρισα εγώ την εποχή του 1923 και μετά. Ήταν τότε μια χαριτωμένη μικρή πόλη, καθαρή και πολύ αρχοντική.
Μέσα σε αυτό τον υπέροχο κόσμο της Αθήνας, ανάμεσα σε αυτά τα ωραία κτίσματα, υπήρχε και το σπίτι της οικογένειας Θεοφανίδου. Ήταν ένα ωραίο τετραώροφο σπίτι γωνιακό, με μεγάλα μπαλκόνια στην πλατεία Αγάμων. Σε αυτό το σπίτι το πολύ όμορφο και στολισμένο έμεναν ο παππούς Αθανάσιος, ο πατέρας μου Επαμεινώνδας, η γιαγιά μου Ροδόπη με την υπηρέτριά της, ο θείος μου ο Νίκος, ο θείος μου ο Αναστάσης, η θεία Ευανθία, η θεία μου η Μαρίκα και η Ελενίτσα. Ήταν μια αρκετά εύπορη οικογένεια και με πολύ καλή νοοτροπία».
Η Φανή μεγάλωσε με δασκάλες αγγλικών και γαλλικών, σπούδαζε πιάνο και φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο. Η εικόνα που μεταφέρει μοιάζει βγαλμένη από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία:
«Οι κυρίες πάντα περιποιημένες, με τα ωραία και μακριά τους φορέματα, τα καπέλα και τα γάντια τους μέχρι τον αγκώνα, την ομπρέλα τους, την ωραία τσάντα τους και πάντα με τη συνοδεία ανδρός».
Παρά την κοινωνική ευημερία, η προσωπική της ζωή δεν είχε την ελευθερία που ονειρευόταν. Το πιάνο ήταν η μεγάλη της παρηγοριά. Όπως έγραφε:
«Στο μόνο που ήμουνα καλή ήταν το πιάνο. Ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε να συνεχίσω τις σπουδές αλλά να παίζω μόνο για αυτόν όταν ήθελε να ακούει…».

Και κάπου εκεί αρχίζει το πιο ανθρώπινο και συγκινητικό κομμάτι της αφήγησής της:
«Ήμουν πάντα μια μελαγχολική κοπέλα γιατί ένιωθα δεσμευμένη από το σπίτι μου. Το ότι μια θεία μου είπε στη μητέρα μου να με παντρέψει. Αυτή η θεία μου έμενε στην Κυψέλη και δίπλα της έμενε ο Ευθύμιος Δασκαλόπουλος που δούλευε στον ΟΤΕ. Με φώναξαν και εμένα για να μου πουν το νέο και έκλεισαν ραντεβού για να δω το γαμπρό. Εγώ ήμουν τόσο κουρασμένη και αγχωμένη που ξέχασα να πάω στο πρώτο ραντεβού. Έγινε λοιπόν ανανέωση του ραντεβού και πήγα και τον είδα. Μόλις τον αντίκρισα έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μου άρεσε καθόλου γιατί είχε μια κύρωση και ήταν πολύ πράος. Αυτός δεν ξετρελάθηκε με μένα επίσης.
Ο πατέρας μου μόλις τον είδε δεν του άρεσε καθόλου, όχι σαν άνθρωπος αλλά γιατί ήταν υπάλληλος. Είχε μεγάλη ιδέα για μένα και δεν ήθελε έναν υπάλληλο για γαμπρό αλλά κάποιο σπουδαίο άνδρα. Διώχνει λοιπόν το γαμπρό λέγοντάς του ότι θα το σκεφτεί. Μας καλεί όλους μαζί και μένα και με ρωτάει αν τον ξέρω το Θύμιο και αν τον θέλω. Του είπα εγώ το ναι και ότι τον θέλω και τον ξέρω. Νόμιζε δε αυτός ότι του είχαν κάνει πλεκτάνη και ότι εγώ έβγαινα από πριν κρυφά ραντεβού και τότε έφαγα το ξύλο της χρονιάς… Ξαφνικά μια μέρα έρχεται ο πατέρας μου και μου λέει: ‘το σκέφτηκα καλά και θα σε δώσω στο Θύμιο να γίνεις γυναίκα του’. Όπως έμαθα αργότερα ο κουνιάδος μου που ήταν αστυνομικός διευθυντής στο Καρπενήσι βλέποντας ότι ο αδερφός του με ήθελε τόσο έβαλε γνωστούς και έπεισαν τον πατέρα μου να με δώσει.».

Η σχέση τους ωστόσο προχώρησε και λίγο αργότερα ξέσπασε ο πόλεμος. Η ίδια περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τη στιγμή που μια οβίδα χτύπησε το σπίτι τους:
«Όπως καθόμασταν μια μέρα στο σπίτι πέφτει μια οβίδα στη μέση ακριβώς του σπιτιού και καταστρέφει δωμάτιο, σαλόνι, τραπεζαρίες. Έπεσε δίπλα στο πιάνο χωρίς να το χαλάσει και τραυμάτισε το Θύμιο με μια σφαίρα στον ώμο».
Οι δυο τους παντρεύτηκαν στον Άγιο Σώστη στη λεωφόρο Συγγρού και απέκτησαν τρία παιδιά: τη Νέμη, τον Τάκη και τον Επαμεινώνδα. Όμως η ζωή μετά τον θάνατο των γονιών της έγινε δύσκολη. Η οικονομική στενότητα τους έφερε πιο κοντά στην Ευρυτανία.
«Ο Θύμιος μου είπε να έρθουμε στο Μεγάλο Χωριό Ευρυτανίας που ήταν το χωριό του. Νοικιάσαμε ένα σπίτι και έκτοτε ερχόμουν με τα παιδιά κάθε χρόνο από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο».

Και τότε η κοσμική Αθηναία ανακάλυψε την αληθινή γαλήνη:
«Το πρωί με ξύπναγε ο τσοπάνης που ανέβαινε στο βουνό και φώναζε να βγάλουν οι χωριανοί τα γίδια τους για να βοσκήσει. Το απόγευμα πήγαινα τα παιδιά στην πλατεία του Αγίου Αθανασίου για να παίξουν με τα άλλα παιδιά του χωριού. Μυρωδιές έβγαιναν από όλα τα σπίτια, από τις πίτες, τα φασόλια και τις πατάτες που μαγείρευαν όλες οι γυναίκες του χωριού».
Και ίσως η πιο όμορφη παραδοχή της ζωής της να βρίσκεται σε αυτή τη φράση:
«Στο χωριό απορούσαν πώς εγώ μια Αθηναία μπορούσα και καθόμουν στο χωριό. Εγώ όμως αγαπούσα πολύ αυτή την ξεγνοιασιά, τον τρόπο που ζούσαν και την ομορφιά της φύσης».
Η Φανή Δασκαλοπούλου έζησε δύο διαφορετικούς κόσμους. Την αριστοκρατική Αθήνα και την αυθεντική Ευρυτανία. Και τελικά, μέσα από τις αναμνήσεις της, κατάφερε να ενώσει αυτούς τους δύο κόσμους με έναν τρόπο τρυφερό και ανθρώπινο. Μέχρι το τέλος της ζωής πήγαινε τον χειμώνα στην κόρη της, στην Ελβετία και τα καλοκαίρια στην Ελβετία της Ελλάδας, όπως γράφει η ίδια, στο Καρπενήσι, που τόσο πολύ αγάπησε. Η κυρία Ελένη από την Καστανούλα, ο Νεκτάριος ο αγαπημένος της ταξιτζής και η Λίνα και η οικογένειά της από τον Άγιο Νικόλαο, είναι οι άνθρωποι που φύλαξε στην καρδιά της και στον επίλογο της σύντομης αυτοβιογραφία της.
*Θερμές ευχαριστίες στις κυρίες Λίνα Χαντζοπούλου και Μαρία Μαχαλιώτη για το υλικό και τις υπέροχες διηγήσεις.






























