Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιάρας: ΤΟ ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΙΚΟ

937

«Ένα τσαγκαράδικο, ένας τσαγκάρης πανάθλιο κατακάθι, πρέπει να μπαλώσει μια ξηλωμένη μπότα.Μα να οι μίσχοι των υποδημάτων άνθιζαν σε άρπες. Φορεί κορώνα ο τσαγκάρης είναι ένας πρίγκιπας χαρωπός κι επιδέξιος»

Έτσι σκιαγραφεί τον τσαγκάρη ο λύκος της επαναστατικής ποίησης ο Μαγιακόσφσκι. Κάτι ήξερε ο επαναστάτης ποιητής για τους τσαγκαράδες. Στο Μεσοπόλεμο ανέπτυξαν ένα δυνατό συνδικαλιστικό κίνημα διαπνεόμενο και κατευθυνόμενο από την Αριστερά.

Ο τσαγκάρης ήταν ο καθ΄ αυτό μάστορας των παπουτσιών που έπαιρνε το δέρμα και το έκανε καινούργιο παπούτσι. Τα παπούτσια όταν φθείρονταν δεν τα πετούσαν αλλά τα πήγαιναν για επιδιόρθωση στον «μπαλωματή». Παράλληλα με τους μαστόρους των επεξεργασμένων δερμάτων για χιλιετηρίδες διέπρεψαν οι γουρουνοτσαρουχάδες, οι οποίοι έπαιρναν το ακατέργαστο γουρουνοτόμαρο και έφτιαχναν τα γουρουνοτσάρουχα, που πόδεσαν ευτελώς και ατελώς γενιές και γενιές ανθρώπων του λαού.

Στο Καρπενήσι και στα κεφαλοχώρια της Ευρυτανίας υπήρχαν μεγάλα τσαγκαράδικα, όπου δούλευαν πολλοί τσαγκάρηδες, μαζί με καλφάδες (βοηθούς) και τσιράκια (μαθητευόμενους). Δούλευαν ολημερίς για να ανταποκριθούν στις παραγγελίες, ιδιαίτερα όταν πόδεναν τους ευζώνους μετά την απελευθέρωση. Η κατασκευή ήταν χειροποίητη, αφού τα πάντα ήταν ραφτά ή καρφωτά. Έπαιρναν τη στάμπα του πέλματος του πελάτη, έφτιαχναν πρώτα το πάνω μέρος και ύστερα έκοβαν τη σόλα. Χρησιμοποιούσαν λεπίδια, φαλτσέτες, σουφλιά, βελόνες, κερωμένους σπάγκους, σφυριά και κυρίως τα καλαπόδια. Για να κρατήσουν περισσότερο οι σόλες έβαζαν μικρά πεταλάκια και καρφιά.

Όταν γράφτηκα στο λεγόμενο ημιγυμνάσιο της Δομνίστας για… ανώτερες σπουδές ο πατέρας μου, αγόρασε από έναν χωροφύλακα ένα ζευγάρι αρβύλες με προκαδούρα και μ΄ αυτές ποδεμένος εισήλθα… θορυβωδώς στο τέμενος των Μουσών, που στεγαζόταν σε μια εγκαταλειμμένη ταβέρνα της πλατείας του χωριού. Όταν ποδοβολούσα στα καλντερίμια του χωριού σπίθιζαν τα στουρνάρια και οι γειτόνοι έβγαιναν στις αυλόπορτες για να δουν πιο μουλάρι αφήνιασε. Ευτυχώς ο χωροφύλακας κορόιδεψε τον πατέρα μου, ο οποίος ειρήσθω ότι σπούδασε τρία χρόνια την τσαγκαρική και οι αρβύλες ήταν ψεύτικες κι έτσι προς μεγάλη μου χαρά γρήγορα απαλλάχτηκα απ΄ αυτές. 

Και γώ ως γόνος μπαλωματή έμαθα να στρίβω το σπάγκο, να ράβω φόλες (μπαλώματα) μέχρι και στη μύτη των παπουτσιών και γνωρίστηκα με τα φόντια (την ανωδομή του παπουτσιού). Επίσης ο πατέρας μου έφτιαχνε ωραία γουρουνοτσάρουχα. Έτσι και γω, ως προκομμένος γιος και επιδέξιος στην εκμάθηση τεχνών, προσπάθησα να τον φτάσω, όμως κατάφερα λίγα πράγματα, το μόνο που συνειδητοποίησα ήταν η μεγάλη δυσκολία στην εκμάθηση της τσαγκαρικής, αλλά και των άλλων τεχνών. Γι΄ αυτό και πάντα αντιμετωπίζω με δέος και σεβασμό τον κάθε –εκλιπόντα πλέον- μάστορα-ποιητή της παλιάς εποχής.

Προς τιμήν του πατέρα μου ως τσιρακο-κάλφα της τσαγκαρικής, και των άλλων τσαγκάρηδων, που γνώρισα στο Κρίκελλο, στη Δομνίστα αλλά και στο Καρπενήσι, προσπάθησα να χτίσω μια κάπως σοβαρή συλλογή των εργαλείων τους και κάποια ποιήματα των χειρών τούτων, από γουρουνοτσάρουχα μέχρι αρβύλες με προκαδούρα. Σήμερα με την επέλαση των τριτοκοσμικών βιομηχανιών ενδυμάτων και παπουτσιών, μάλλον δεν θα ξαναπορευτούμε «γυμνοί και ξυπόλητοι» που μαζί με το «νηστικοί» συνέθεταν το τρίπτυχο μιας τυραγνισμένης ζωής.