Χρονογραφήματα. Ο Ευρυτανικός καφές εν Ελλάδι

0
1737

Χρονογραφήματα 

Ο Ευρυτανικός καφές εν Ελλάδι

Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς

Μια από τις μικρές χειμωνιάτικες απολαύσεις -ανδρών τε και γυναικών- ήταν ο τούρκικος καφές. Μπορεί οι Τούρκοι να μην στέριωσαν στην Ευρυτανία, όμως ο καφές τους ήρθε κι έμεινε. Ήταν ο αραβικός καφές, που οι Τούρκοι τον βάφτισαν τούρκικο και, που στη συνέχεια εμείς οι Έλληνες, πιστοί στα… πεπρωμένα της φυλής μας, τον ξεβαφτίσαμε και τον ξαναβαφτίσαμε ελληνικό. Βέβαια από το 2013 στη λίστα της Άυλης Κληρονομιάς της UNESCO πιστοποιείται ως τούρκικος.

Σχεδόν σ΄ όλα τα σπίτια υπήρχαν τα σύνεργα παραγωγής και αποθήκευσης του καφέ: το σοβαρότερο ήταν το καβουρδιστήρι (από το τουρκ. kavurdim)ή επί το ελληνικότερον φρύγετρον. Ήταν το εργαλείο με το οποίο γινόταν το καβούρδισμα. Στη συνέχεια το λόγο είχε ο ακριβός μπρούτζινος καφόμυλος και το προϊόν αυτού έμπαινε στο καφοκούτι, το οποίο είχε δύο χωρίσματα, ένα για καφέ κι ένα για ζάχαρη. Μεταφορικά δήλωνε τη ζαρόγρια!

Σ΄ όλα όμως τα σπίτια υπήρχαν τα εργαλεία παρασκευής και σερβιρίσματος του καφέ: ήτοι το καφόμπρικο και τα μικρά φλιτζάνια (ο καφές δεν ήταν για χόρταση). Εκείνο που εφαρμοζόταν οπωσδήποτε ήταν το αργό ψήσιμο στη χόβολη, κάτι που τώρα με τις βιομηχανικές μας ευκολίες, είναι το ζητούμενο.

Ο καφές ήταν μια αφορμή για συνάντηση, ευφορία και ευωχία, ιδίως τους χειμωνιάτικους μήνες. Επειδή ο καφές, ως εισαγόμενος, ήταν ακριβός “νοθευόταν” με ρεβίθια και άλλα αγενέστερα υλικά όπως κριθάρι. Όλα αυτά ψήνονταν και κόβονταν με μερικούς κόκκους καφέ κι έτσι είχαμε ένα νέο είδος, τον ρεβιθοκαφέ, που πολλές φορές ήταν ρεβιθόζουμο νοθευμένο με καφέ!

Ίσως ο ενισχυμένος σε ρεβίθι ρεβιθοκαφές, να μην έφτιαχνε στη μούργα του αυτά τα περίτεχνα αραβουργήματα, που εξάπτουν την φαντασία των χρηστών και ξεκλειδώνουν οι μελλοντολόγες καφετζούδες. Βέβαια γενικά ο Ευρυτάν δε φλεγόταν να του πουν τη μοίρα του γιατί αυτός την ήξερε καλύτερα, όπως έλεγε.

Ο ναός το καφέ ήταν το καφενείο. Πολλά τέτοια λειτουργούσαν στην παραδοσιακή κοινότητα. Όπως λέγεται μέχρι “καφέ-αμάν” και “καφέ σαντάν” λειτούργησαν, που νόθευσαν με λίγη αμαρτία την αγνή μονογαμική ή αγαμική ερωτική ζωή των διψαλέων τσοπάνηδων.

Ο Έλληνας –και ο Ευρυτάνας- έπινε και πίνει καφέ ακατάσχετα. Αυτή του την αδυναμία εκμεταλλεύεται το επιχειρηματικό δαιμόνιο των Ελλήνων –και των Καρπενησιωτών- όπου καταστήματα πώλησης καφέ, οινοπνευματωδών και λοιπών αναψυκτικών (καφετέριες και καφενεία), κατακλύζουν τη χώρα –και το Καρπενήσι. Επειδή οι καφενόβιοι πότες, λόγω κρίσης, όλο και λιγοστεύουν και τα μαγαζιά όλο πληθαίνουν, οι ανάγκες κάποιας κερδοφορίας επιβάλλουν την υποβάθμιση της ποιότητας του σερβιριζόμενου καφέ -με… παράλληλη αύξηση της τιμής του- που πολλές φορές συναγωνίζεται τον παραδοσιακό ευρυτανικό ρεβιθοκαφέ.

Η περιπόθητη οικονομική ανάπτυξη του ευλογημένης μας χώρας περνάει μέσα από τα καφενεία, τις καφετέριες και τα καφωδεία.