Με ανακοίνωσή της η παράταξη Λαϊκή Συσπείρωση της αντιπολίτευσης στο
Περιφερειακό Συμβούλιο, τοποθετείται για την πρόταση που αφορά την
ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες δοκιμάζονται από την νέα
οικονομική κρίση και την πανδημία του κορωνοϊού και αναφέρει ότι η πρόταση
αυτή αναπτύσσεται στην λογική πως «οι πόροι υπάρχουν και είναι αδιάθετοι,
σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, κατάσταση στην οποία και βασίζονται οι
άλλες Περιφέρειες».
Στην ανακοίνωση αναφέρει μεταξύ άλλων:
«Με άλλα λόγια οι τρείς παρατάξεις που εκφράζουν το ΚΙΝΑΛ, τον ΣΥΡΙΖΑ
και κάποιους Νεοδημοκράτες… θεωρούν πως τα προβλήματα των
μικρομεσαίων επιχειρήσεων και η όξυνση τους είναι τοπικού χαρακτήρα και
πως ξεκινούν από την λάθος διαχείριση.
Σαν ΛΑΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ, θεωρούμε αυτή την πολιτική λογική απαράδεκτη
και αποπροσανατολιστική.
Δημιουργεί την λαθεμένη εντύπωση πως για την κατάσταση των
μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν ευθύνεται η οργάνωση της οικονομίας στην
βάση του εκμεταλλευτικού συστήματος που ζούμε….. Πως μπορεί να
αλλάξει… Να βελτιωθεί με προγράμματα της Ε.Ε και μικρομεταρρυθμίσεις,
όταν οι μισθοί και η αγοραστική δύναμη του εργαζόμενου λαού έχουν
καταβαραθρωθεί. Όταν η ανεργία και η φτώχεια στις λαϊκές οικογένειες
καλπάζουν.
Η συγκεκριμένη πρόταση συγκαλύπτει πως τα προγράμματα της Ε.Ε, για την
ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αποτελούν εργαλείο εξαπάτησης
τους, εφόσον η συγκέντρωση της παραγωγής, των υπηρεσιών και του
εμπορίου είναι συνυφασμένα με την πολιτική της Ε.Ε, που το μεγάλο ψάρι
τρώει τα μικρά…. Και τα μονοπώλια βασιλεύουν και δυναμώνουν. Όλες αυτές
οι δυνάμεις μιλάνε για τους μικρομεσαίου, αγνοώντας τους άνεργους, τους
μισθωτούς των 400 ευρώ και τους συνταξιούχους….
Αντιπαρατίθενται στην Περιφέρεια που δεν τους «παίζει» στην διαχείριση των
προγραμμάτων της Ε.Ε. Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής λογικής, κινείται η
ΛΑΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ που λέει ξεκάθαρα:
Ο πακτωλός των ευρωενωσιακών επιδοτήσεων και προγραμμάτων, που
διοχετεύονται και μέσω του κρατικού προϋπολογισμού αλλά και μέσω δήμων
και Περιφερειών, κατευθύνεται στοχευμένα στην εξυπηρέτηση των αναγκών
των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
Ο οξυμένος ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων μεταξύ τους, αλλά
και με τις αντίστοιχες αμερικανικές και κυρίως τις κινεζικές τα τελευταία χρόνια,
οδήγησε επανειλημμένα στη λήψη μέτρων που στόχο είχαν και την ενίσχυση
της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Και φυσικά, όταν η
ΕΕ μιλά για «μικρομεσαίες επιχειρήσεις», εννοεί εταιρείες με προσωπικό
μέχρι 250 άτομα.
Ιεραρχείται προφανώς η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που
μπορούν να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά, που έχουν προσωπικό, που

λειτουργούν δορυφορικά και είναι χρήσιμες στο μεγάλο κεφάλαιο, και όχι
φυσικά οι χιλιάδες διάσπαρτες μικροεπιχειρήσεις των αυτοαπασχολούμενων.
Αντίθετα, αυτές οι μικροεπιχειρήσεις, οι εκατοντάδες χιλιάδες
αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό ή με 2-3 εργαζόμενους, που
δύσκολα μπορούν έτσι κι αλλιώς να μεγαλώσουν, που αδυνατούν να
λειτουργήσουν με προοπτική μεγέθυνσης, θεωρούνται διαρθρωτικό
πρόβλημα. Είναι, κατά την άποψή τους, ένα βαρίδι που εμποδίζει την
παραπέρα ανταγωνιστικότητα, αφού είναι πιο αδύναμες παραγωγικά,
ιδιαίτερα στη χώρα μας, όπου είναι πολυπληθείς.
Επομένως, τα μέτρα σε επίπεδο ΕΕ συνεχίζονται με πιο στοχευμένα κονδύλια
στις μεσαίες επιχειρήσεις, προωθούνται μέτρα αναβάθμισης –
εκσυγχρονισμού επιχειρήσεων, γίνονται διασυνοριακές διευκολύνσεις,
ενισχύεται το ηλεκτρονικό εμπόριο και τα συνεργατικά σχήματα.
Ακόμα και κάποια λίγα προγράμματα στα οποία δίνεται δικαίωμα πρόσβασης
σε μικροεπιχειρηματίες έχουν δυσβάσταχτους όρους και προϋποθέσεις,
απαιτούν ίδια κεφάλαια για να υλοποιηθούν και σε καμία περίπτωση δεν
μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση που ζουν σήμερα οι
αυτοαπασχολούμενοι.
Στην προέκταση αυτής της πολιτικής λογικής κρίνεται σκόπιμο να
συζητήσουμε αναλυτικά τα ζητήματα που αφορούν τους
αυτοαπασχολούμενους, εστιάζοντας κυρίως στα ζητήματα των
φοροελαφρύνσεων, της ανακούφισης τους από ασφαλιστικές και τραπεζικές
υποχρεώσεις και φυσικά στην δυνατότητα τους να συνεχίσουν την
δραστηριότητα τους.
Σε κάθε περίπτωση…. Μόνη αναγκαία και ρεαλιστική διέξοδος γι’ αυτούς
παραμένει η οργανωμένη πάλη για την ανατροπή της πολιτικής που υπηρετεί
τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, η κοινή δράση και συμμαχία με την
εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά.
Με αυτές τις ξεκάθαρες θέσεις δεν αρνούμαστε να γίνει συζήτηση στο
Περιφερειακό Συμβούλιο»