Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιάρας: Η Ταφόπλακα

1037

Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιάρας

Όλοι οι άνθρωποι αγαπούσαν την πέτρα, περισσότερο βέβαια όσοι βιοπορίζονταν απ΄ αυτές, όπως ο λατόμος, ο «πεζουλάς» και όλες οι κατηγορίες των χτιστών. Όμως υπήρχε κι ένας ισόβια ερωτευμένος μ΄ αυτές και ήταν ο λιθοξόος. Διάλεγε τις κατάλληλες πέτρες και με τα εργαλεία του, όπως σφυριά, καλέμια και βελόνια διάφορα, τις πελεκούσε με τις ώρες και ποιούσε τα καλλιτεχνήματα αυτού, όπως βρύσες, κουρήτια, αγκωνάρια διάφορα με κορωνίδα αυτών το κτητορικό αγκωνάρι του σπιτιού και άλλα πιο εξεζητημένα ή όχι.

Στο χωριό μου το Κρίκελλο, ως μέγα μαστοροχώρι που ήταν, υπήρχαν πολλοί λιθοξόοι, ένας απ΄ αυτούς έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Φειδίας με αρκετά από τα έργα του να κοσμούν ακόμα το χωριό.

Ένα από τα έργα των λιθοξόων ήταν οι ταφόπλακες ή και άλλες κατασκευές των μνημείων.

Από καιρού εις καιρόν αρέσκομαι να κάνω Μελέτη Θανάτου επισκεπτόμενος το νεκροταφείο του χωριού. Μου αρέσει να αγναντεύω, τα απέραντα λόγγια, τα σκοτεινά φαράγγια και τις ηλιόλουστες γυμνοκορφές, που άφησαν το ερωτικό τους  αποτύπωμα οι χιλιάδες συγχωριανοί μου και που τώρα τ΄ αγναντεύουν από τον περίοπτο και πανοραμικό λόφο της Αγίας Παρασκευής.

Οι περισσότεροι απ΄ αυτούς που γνώρισα –μεγαλύτεροι αλλά και μικρότεροι- τώρα αναπαύονται εκεί. Αισθάνομαι τυχερός που ακόμα… βασανίζομαι πάνω από το χώμα, αλλά ταυτόχρονα με διαπερνά και μια ιδιότυπη «ενοχή» για τους μικρότερους μου, που μου άφησαν χρόνους. Περιδιαβαίνοντας στο νεκροταφείο τη γειτονιά των Χουλιαραίων, είδα να ξεχωρίζει μέσα στα βάτα και στα ψηλά χόρτα μια χοντρή πλάκα. Ήταν μια ταφόπλακα. Έξυσα -δυστυχώς- από πάνω της την πατίνα του χρόνου τη διάβασα και μελέτησα το ωραίο λιθανάγλυφο, με το δεσπόζοντα σταυρό που τη βάση του κοσμούν δύο ερωτευμένα πουλάκια. 

Ήταν η ταφόπλακα της Σολτάνας, της γυναίκας του προπάππου μου του λεγόμενου Χουλιαρομυτογιώργου, την οποία έχασε σχετικά νωρίς. Αυτός πέθανε σε βαθιά γεράματα. Ήταν προικισμένος ο προπάππος σε… μύτη και σε μακροζωία.

Λίγο πριν πεθάνει καλέσανε το γιατρό Γιαννακογιώργο -θρύλος κι αυτός- ο οποίος του λέει: «Μη φοβάσαι μπάρμπα, πριν από σένα, πέντε γενιές Χουλιαραίων πέθαναν μετά τα ενενήντα, έχεις ψωμί ακόμα» (εγώ είμαι ο πρώτος της όγδοης γενιάς αυτών των Χουλιαραίων, ζωή νάχω!). Στη συνέχεια τον ρωτάει: «Δε μου λες μπάρμπα Γιώργο τι καλό θυμάσαι από τη ζωή σου;» κι ο γέροντας του λέει: «Έξι μήνες που ήμουν αρραβωνιασμένος!». Αυτόν λοιπόν τον Έρωτα ξέθαψα και γω εκατό σαράντα χρόνια μετά, κι αυτόν τον Έρωτα ο Χουλιαρομυτογιώργος διαλάλησε με την καλλιτεχνική ταφόπλακα της Σολτάνας του, πριν εκατό χρόνια.

Ο παππούς Χουλιαρομυτογιώργος ήταν προκομμένος άνθρωπος. Με το ίδιο ερωτικό πάθος, σαν αυτό με τη Σολτάνα του, έφτιαξε σπίτια, καλύβια, χωράφια, σειρές και προκοπές. Από αυτά τα έργα των Ερώτων του σήμερα μόνο η ταφόπλακα της Σολτάνας του σώζεται και κάποια δισέγγονά του. Ίσως αν βρισκόταν στο δρόμο του ένας Κορνάρος θα έγραφε το «Γιώργος και Σολτάνα!» Ένα μικρό ερωτικό βουκολικό έπος, δίπλα στα πάρα πολλά κορυφαία -…ετεροφυλικά- ερωτικά ζευγάρια, που αποθανάτισαν οι μεγάλοι της δικής μας και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.