Άρτος ο επιούσιος

2954
χουλιαρας

Ο άνθρωπος τρώει… ψωμί εδώ και 9.000 χρόνια, όμως η παρασκευή του, ως αρτοποιητική τέχνη, ξεκίνησε πριν 3500 χρόνια. Βέβαια «γλυκό ψωμί» λίγοι τρώγανε –και τρώνε- οι περισσότεροι λέγανε το «ψωμί ψωμάκι» και τρώγανε «πικρό ψωμί» με πολύ ιδρώτα εν τω προσώπω αυτών. Οι λαοί όλων των εποχών για το ψωμί πάλευαν πρώτα και κύρια.

Ψωμί απαιτούσε ο πεινασμένος λαός της γαλλικής επανάστασης, παντεσπάνι τους έταζε η Αντουανέτα και οι πανσπουδαστικάριοι στην εποχή του Πολυτεχνείου, εκτός από Ψωμί ζητούσαν «Παιδεία και Ελευθερία» μα σήμερα όπως πάμε, στην εποχή της υπεραφθονίας που διανύουμε, εμείς ένας λαός περιούσιος, θα παλεύουμε νυχθημερόν και θα αιτούμεθα στον Πανάγαθο τον άρτον τον επιούσιον.

Αρκετοί μεγάλοι ποιητές, εξύμνησαν το ψωμί σ΄ όλες τις φάσεις τις παραγωγής του.

«Ένα φουρνάρικο / ένας φούρναρης / ψήνει ψωμιά / Τι είναι ένας φούρναρης; / Ένα μηδέν αλευρωμένο / κι άξαφνα ένα βιολί / το βιολί παίζει. / Όλα είναι ερωτευμένα με το φούρναρη».

Έγραψε σ΄ ένα ποίημά του ο μέγιστος Μαγιακόφσκι. Το ψωμίν ή ψωμίτσιν επί εποχής Βυζαντίου διακρίνονταν σε πρώτο, δεύτερο ή μεσαίο και τρίτο. Πρώτο στον αιώνα τον άπαντα ήταν το καθάριο, δεν ήταν καθάριο από πίτουρο, λόγω ολικής άλεσης, όμως ήταν από καθαρό σιτάρι, δίχως άλλες προσμίξεις. Το μεγαλείο του καθάριου μνημονεύεται ανά τους αιώνες, την αρχαία εποχή, τη Βυζαντινή και τη δική μας. Το καθάριο έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο στον αιώνα μας, ως χάσικη φρατζόλα, απαλλαγμένη και από τα πίτουρα. Ο κάθε πατέρας του χωριού όταν πήγαινε στο Καρπενήσι, έφερνε ως δώρο στα παιδιά του μια χάσικη φρατζόλα, η οποία καταβροχθιζόταν ως γλύκισμα. Είναι το ψωμί που κάποιοι παραπλανημένοι το τρώνε μέχρι σήμερα.

image 16

Ο ορεσίβιος κι αυτός τρεις κατηγορίες ψωμιών έτρωγε. Εκτός από της πρώτης κατηγορίας καθάριο, είχε το δεύτερο ψωμί το ανακατωτό και ίσως τη μπομπότα του. Και τρίτο το βρίζινο, που ήταν σαν λάσπη, καμία σχέση με τις σημερινές φρυγανιές σικάλεως. Ψωμί έσχατης ένδειας στους Βυζαντινούς ήταν τα πιτεράτα (με πίτουρα), αντίστοιχα ήταν τα σκυλόψωμα για μας. Ψωμί απόλυτης ένδειας, και μάλλον φιλολογικού χαρακτήρα, ήταν αυτό που γινόταν με αλεσμένα ρούμπαλα από καλαμπόκια ή βελανίδια. Όλα τα ψωμιά που τρώγαμε εμείς ήταν γαστρίσια ή κλιβανίκια κατά τους βυζαντινούς. Τρώγαμε όμως και φουρνίσια, όσοι είχαμε φούρνο, φουρνίκια ή φουρνίτες τα έλεγαν οι Βυζαντινοί. Όλα αυτά τα ψωμιά ήταν ανεβατά με προζύμι. Υπήρχαν όμως και τα πρόχειρα άζυμα ψωμιά, όπως το χαμοκούκι και η σταχτοκούλουρα, τα οποία είναι καθαγιασμένα από την «μυθολογία» των Εβραίων και τη θεολογία των Καθολικών που το χρησιμοποιούν στη μεταλαβιά τους, σε αντίθεση με μας του Ορθοδόξους, που πιστεύουμε ότι μόνο οι ανεβατές λειτουργιές μετουσιώνονται σε πραγματικό σώμα Χριστού, μαζί με τον οίνον (ανάμα) που μετουσιώνεται σε αίμα Κυρίου.