Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιάρας: Τα σκεπάρνια μου

468

«Καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι» λένε και δεν ξέρω γιατί, όμως, εγώ καμαρώνω για τα σκεπάρνια μου:

α) το γύφτικο

β) το πλατύ μαραγκούδικο και

γ) το καλουπατζίδικο.

Και τα τρία –μηδέ εξαιρουμένου και του πρώτου- με βοήθησαν τιμίως και «εν τω ιδρώτι του προσώπου μου φαγείν τον άρτον μου».

Το πρώτο σκεπάρνι που γνώρισα ιστορικολαογραφικά -και ελάχιστα χρηστικά- ήταν το γύφτικο. Όπως δηλώνει και τ΄ όνομά του ήταν προϊόν του επιχώριου σιδερά. Δεν είχε τρύπα στη μέση, με την οποία βγάζουμε τις πρόκες γιατί στην προβιομηχανική εποχή δεν υπήρχε η σημερινή πλημμυρίδα των προκών. Οι γυφτόπροκες, που κυκλοφορούσαν, ήταν λίγες και χοντροκέφαλες και η εξαγωγή τους, από ένα λάθος κάρφωμα, γινόταν με μια μεγάλη τανάλια. Τα σκεπάρνια τούτα χρησιμοποιούνταν για πελεκήματα και καρφώματα. Ένα τέτοιο σκεπάρνι είναι σεπτή κληρονομιά από τον παππού μου, αλλά και κάποια άλλα που κυκλοφορούσαν αδέσποτα σε εγκαταλειμμένα ερείπια σπιτιών. Έκλεισε ο χρηστικός και ιστορικός τους κύκλος και έπαψε το ενδιαφέρον των χρηστών γι΄ αυτά.

Με την κυριαρχία των βιομηχανικών τυποποιημένων καρφοβελόνων (προκών) εμφανίστηκε το πλατύ σκεπάρνι με την τρύπα στη μέση για ξεκάρφωμα και την ακονισμένη του ακμή για πελέκημα. Το αντίστοιχο σκεπάρνι της συλλογής μου το βρήκα στα μπάζα μιας οικοδομής που καθάριζα και το συνέλλεξα. Μόλις το είδε ο πατέρας μου του άρεσε και μου λέει: «θα το κλαίει αυτός που τόχασε, εκτός κι είναι σαν τον (τάδε) που έχασε το αγαπημένο του σκεπάρνι και είπε: «δε στεναχωριέμαι τόσο που τόχασα, όσο μήπως αυτός που θα το βρει το τροχίσει ανάποδα!»»

Το πελέκημα των ξύλων στις επιφάνειες καρφώματος ήταν αναγκαίο στα στρόγγυλα ξύλα (στρουπίνες πάτερα κ.ά.). Όμως με την κυριαρχία της πριστής ξυλείας (τάβλες, καδρόνια κ. ά.) δεν χρειαζόταν πελέκημα κι έτσι κυριάρχησαν τα στενά καλουπατζίδικα σκεπάρνια για κάρφωμα και καθάρισμα των καλουπιών από τα τσιμέντα. Το αντίστοιχο σκεπάρνι της συλλογής το αγόρασα το 1970 για να μπορώ να δουλεύω στα καλουπώματα των οικοδομών της Αθήνας, που τότε αναγείρονταν καταιγιστικά. Έτσι, κουραστικά μεν αλλά εύκολα, εξασφαλίζαμε το ψωμί μας, αρκετοί βουκολόπαιδες των ορέων, όταν κατεβήκαμε ως οικονομικοί μετανάστες στην Αθήνα.

image 14

Τιμώ τα σκεπάρνια μου γιατί, εκτός των άλλων, ακολουθούν και συνδέουν τους δυο πολιτισμούς: το γεωργικό -προβιομηχανικό- και τον βιομηχανικό. Στο μεταβιομηχανικό της σήμερον σχετικά παροπλίστηκαν, γιατί πλέον κυριαρχούν οι βίδες με τους αντίστοιχους ηλεκτρικούς βιδολόγους. Βέβαια –για να πουλήσω και λίγο ξυλόπνευμα, που λέγαμε στο στρατό- τα κλασσικά ανθρωπόμορφα σκεπάρνια υπάρχουν και θα υπάρχουν στον αιώνα τον άπαντα!