Γράφει το Τρίτο Μάτι: Κάποτε οι ηνίοχοι

1277

Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Νίτσε, η «Γέννηση της τραγωδίας», είναι το γνωστότερο. Μέσα από μια πρωτότυπη ανάλυση της αρχαίας τραγωδίας περιγράφει μια στάση ζωής χαρακτηριστική της νεωτερικότητας: το «τραγικό αίσθημα της ζωής», σύμφωνα με το οποίο μόνον η ζωή δίνει νόημα στον κόσμο, αλλά η ίδια η ζωή δεν έχει κανένα νόημα. Απόσπασμα την αξία των Ελλήνων από το βιβλίο:

‘‘Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες.

Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.

Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ό,τι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του.

Μα ποιοι, επιτέλους, είναι αυτοί των οποίων η ιστορική αίγλη υπήρξε τόσο εφήμερη, οι θεσμοί τους τόσο περιορισμένοι, τα ήθη τους αμφίβολα έως απαράδεκτα, και οι οποίοι απαιτούν μια εξαίρετη θέση ανάμεσα στα έθνη, μια θέση πάνω από το πλήθος.

Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το  κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς.

Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.

Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες.

Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα.’’ (1872).

Για τους Έλληνες που είναι Έλληνες όχι από το αίμα ή την γεωγραφική θέση που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, αλλά γιατί έγιναν μύστες του ελεύθερου πνεύματος, του λόγου, της δημοκρατίας, της μουσικής, των τεχνών, της γλώσσας, της παιδείας. Για να μιλάμε για Έλληνες θα πρέπει να μιλάμε για αυτό το υπόβαθρο, πολύ διαφορετικό από το τρίπτυχο ‘‘πατρίς, θρησκεία, οικογένεια’’.  Το δέος για την Ελλάδα και τον πολιτισμό που παρέδωσε, είναι διαφορετικό από την πατριωτική ‘αρχαιοκαπηλία’ για να δημιουργηθούν κενές εσωτερικά εθνικές ταυτότητες. Κάποτε όντως οι ηνίοχοι  ζούσαν σε αυτή τη χώρα.