Πιστεύουμε μόνο όταν κινδυνεύουμε;

0
7141

Κατάμεστες οι εκκλησίες την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου στις πυρόπληκτες περιοχές. Με δάκρυα στα μάτια οι κάτοικοι των περιοχών αυτών, στην Ανατολική Αττική, στη Ζάκυνθο, στην Ηλεία και σε άλλα φρεσκοκαμένα σημεία της χώρας, προσεύχονταν στη Μεγαλόχαρη να σώσει τα σπίτια αλλά και τους ίδιους.

 

Μπροστά σε μια τεράστια οικολογική και οικονομική καταστροφή, μπροστά στην απώλεια ανθρώπινων ζωών, μπροστά στο θάνατο εκατοντάδων ζώων, ο άνθρωπος ζητά βοήθεια.  Ζητά βοήθεια και για τον ίδιο, να σωθεί το σπίτι του, η περιουσία του, να βοηθηθεί η οικογένειά του.

Είναι στη φύση του ανθρώπου να πιστεύει πραγματικά, μόνο όταν κινδυνεύσει ή όταν είναι τόσο δύσκολα τα πράγματα που δεν έχει πού αλλού να απευθυνθεί; Δεν ισχύει για όλους, αλλά σε μια συντριπτική πλειοψηφία τους οι άνθρωποι ουσιαστικά και ειλικρινά απευθύνονται στο Θεό, κυρίως, όταν βρίσκονται σε πολύ μεγάλη ανάγκη.

Ανεξήγητη αυτή η φύση μας. Είναι η φύση της αλαζονείας; Η δύναμη της άγνοιας; Τι είναι αυτό που μας κάνει να κρατάμε, πεισματικά, το κεφάλι ψηλά, όχι από θάρρος, αλλά από περηφάνια ίσως και από θράσος. Γιατί ο άνθρωπος, στην πτώση του, είναι ένα μεγάλο θρασίμι. Νομίζει ότι μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Νομίζει ότι δεν έχει κανέναν ανάγκη και ότι μπορεί αυτός και μόνο αυτός να καθορίσει την τύχη, τη δική του αλλά και των άλλων γύρω του. Έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Θεωρεί ότι είναι ο άρχων του κόσμου του ορατού και ξεχνάει εντελώς τη παντοδυναμία του αόρατου.

Όταν όμως έρθει κάποια στιγμή η κρίση και οι συνθήκες που δεν μπορεί να ελέγξει, τότε και μόνο τότε τραντάζεται και βγαίνει από την ψευδαίσθηση αυτάρκειας και υπεροψίας που έχτιζε για χρόνια. Τότε έρχεται η στιγμή που κατεβάζει – ίσως για πρώτη φορά – το κεφάλι και αρχίζει να έχει αναλαμπές επίγνωσης. Αρχίζει και ξεθολώνει το τοπίο μπροστά του και καταλαβαίνει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ μακριά από αυτό που μέχρι τώρα αντιλαμβανόταν. Μέσα σε μια στιγμή αρχίζει και αντιλαμβάνεται όλη την αλήθεια που ξεδιπλώνεται μπροστά του αμείλικτη. Ότι ο άνθρωπος, στην πραγματικότητα, είναι μια υπερφίαλη κουκίδα στο σύμπαν που χρόνια περιπλανιέται νομίζοντας ότι είναι ο αφέντης της ζωής. Ξαφνικά βλέπει καθαρά. Νιώθει το σφάλμα και συναντά την ταπείνωση. Μια ταπείνωση όχι αναγκαστική και βεβιασμένη, αλλά μια ανάγκη εσωτερική. Μια ταπείνωση που ο ίδιος επιζητά με μεγάλη αγωνία. Παρακαλά γι’ αυτήν, γιατί τώρα πια καταλαβαίνει.

Τότε είναι που γονατίζει και ικετεύει την Παναγία να τον λυπηθεί και να τον τραβήξει από τον πυθμένα αυτού του ‘πηγαδιού’ όπου βρίσκεται. Απευθύνεται στην Παναγία, ο Θεός είναι πολύ μακριά δεν μπορεί να τον φτάσει, σε αυτή την άσπιλη μάνα που βρίσκεται κοντά σε όλη την ανθρωπότητα. Είναι το τρυφερό χέρι που ποτέ δεν αρνείται το χάδι. Είναι η αγκαλιά στον πονεμένο και η θεραπεία στον άρρωστο. Είναι η μάνα που ποτέ δεν κρίνει τα παιδιά της, ακόμη και τα πιο άτακτα, αλλά τα βοηθά να καταλάβουν το λάθος τους. Είναι η ανιδιοτελής αγάπη, που όταν γονατίζεις μπροστά της με ουσιαστική ταπεινότητα και επίγνωση, σε στολίζει με λουλούδια και σε σηκώνει κρατώντας σε από το χέρι για να σταθείς όρθιος πια.