Χρονογραφήματα

0
697

Η καπότα

Γράφει o Αλέξανδρος Χουλιαράς

Η καπότα (η τσοπάνικη) αποτελούσε το αναντικατάστατο ένδυμα της ποιμενικής ζωής. Ήταν το μακρύ, φαρδύ, χοντρό και αδιάβροχο πανωφόρι του τσοπάνου. Δεν είχε μανίκια, είχε όμως κατσούλα και εσωτερικά ημικυκλικά χειρότια (τσέπες). Κυκλοφορούσε και κοντότερη με το όνομα κοντοκάπι.

Την ύφαινε η τσοπάνισσα με καλοστριμμένο στημόνι από πρόβειο μαλλί και χοντροστριμμένο τραγίσιο υφάδι. Μετά την ύφανση “φούσκωνε” το σκουτί στη νεροτριβιά και τέλος την έραβε ο καποράφτης.

Η κάπες αρχικά δε βάφονταν. Μια καλή κάπα είχε μούγκρο χρώμα από τα κανούτα γίδια, που χάριζαν το τρίχωμά τους για την κατασκευή της. Μια τυχαία επιλογή γιδιών έδινε στη κάπα ένα λιάρο χρώμα και στον φορώντα αυτήν το τιμητικό παρατσούκλι “Λιαροκάπης”.

Αποτελούσε τη φορητή καλύβα του τσοπάνη, το ίδιο χρήσιμη, χειμώνα-καλοκαίρι. Ήταν ζεστή και σχετικά αδιάβροχη, λόγω του τραγίσιου “τριχώματος” της.

Την τραγούδησε ο Παπαντωνίου στο «Γεροβοσκό» του: “Πάνω στη καπότα μου, / φορεσιά και στρώμα μου / είδα ονείρατα γυρτός / ξυπνητός και κοιμιστός” και την ύμνησε ο τσοπάνος με το τραγούδι: “είχα κάπα, είχα και γκλίτσα, μ΄ αγαπούσαν τα κορίτσια…”.

Η κάπα εκτός από ποιμενικό ένδυμα ήταν και στρατιωτικό. Αποτελούσε τον τιμημένο πρόγονο της ηρωικής χλαίνης, η οποία παραχώρησε τη θέση της στο τζάκετ κι αυτό με τη σειρά στα ποικίλα και εξευγενισμένα βιομηχανικά κατασκευάσματα.

Στους κλέφτες οι κάπες ήταν πιο απαραίτητες από ότι στον τσοπάνο. Όμως και στον τακτικό στρατό είχαν την τιμητική τους. Ο Μέγας Ναπολέων προμηθευόταν κάπες από την Ήπειρο και τ΄ Άγραφα.

Η καπότα ήταν σύμβολο της κομματικοποίησης του τσοπάνου, ο οποίος ήταν και “ζώον πολιτικόν”. Όπως γράφει ο Λουκόπουλος: “στα ορεινά χωριά της Ευρυτανίας η “καπότα” έχει και τη σημασία του “ψήφος”. “Έχουμε τόσες καπότες” θα πει: “έχουμε τόσους ψήφους”. Στα κόμματα (τσελιγκάτα) οι κομματάρχες (τσέλιγκες) διαφεντεύουν τις καπότες (τσοπαναραίους).

Η λογική της πολιτικής καπότας είναι ένα παμπάλαιο αξίωμα και μέθοδος άσκησης της εξουσίας. Συνυφαίνεται άρρηκτα με το κομματικό μαντρί, που στεγάζει όλα τα “πολιτικά ζώα” τα οποία πειθαρχημένα ως πονηρά πρόβατα, περιμένουν τις γλίσχρες ανταποδόσεις του τσέλιγκα. Αυτό που λένε ότι έξω από το μαντρί σε τρώει ο λύκος είναι ένα κουτοπόνηρο εφεύρημα των τσελιγκάδων της πολιτικής, γιατί ως μαντρωμένος ο πολίτης είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος και ροδοψημένος να τον φάει ο τσέλιγκας.

Πάντα τα τσελιγκάτα κατατρύχονται από μια θεϊκή οργή, ίσως για τα καλά που κάνουν.

Στο παμπάλαιο ΓΑΛΑΖΙΟ τσελιγκάτο ο Κυριακούλης φαίνεται να ελέγχει τις γαλαζόμαυρες καπότες. Η προοπτική της εξουσίας είναι το καλύτερο συγκολλητικό και η εξουσία ένα καλό αφροδισιακό για ονειρώξεις διάφορες.

Στο ιστορικό ΠΡΑΣΙΝΟ τσελιγκάτο, κλαυθμοί και οδυρμοί και τριγμοί των οδόντων. Ο κάθε τσέλιγκας, έχοντας στον τρουβά του κάποιες πράσινες καπότες, πήρε τα βουνά και τα ρουμάνια.

Στο αναδυόμενο ΡΟΖΕ τσελιγκάτο κρίνα, πουλιά και ψαλμουδιές. Παιδική χαρά. Τρέχουν από σύραχο σε σύραχο να ψαρέψουν τους περιπλανώμενους πρασινοτσελιγκάδες με τις καπότες τους.

Το ΚΟΚΚΙΝΟ τσελιγκάτο παραμένει σταθερό. Οι τσελιγκάδες φεύγουν οι καπότες μένουν, κατά μία παραφθορά της φλωράκειας ρήσης. κι όλοι μαζί –ζώντες τε και τεθνεώτες- περιμένουν την Δευτέρα Κόκκινη Παρουσία.